''ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΕΚΛΟΓΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ'' Άρθρο του Κ. Σκανδαλίδη στο ''Βήμα της Κυριακής''

 Τι ίσχυε και τι ισχύει σήμερα
                            σε έξι ερωτήσεις – απαντήσεις

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

 Πρόσφατα με πρωτοβουλία κυβερνητικών στελεχών άνοιξε μια συζήτηση για αλλαγή του ισχύοντος εκλογικού νόμου πριν ακόμα εφαρμοστεί προφανώς για λόγους μικροκομματικής σκοπιμότητας και εν όψει των εκλογών. Λίγο πριν, άρχισε μια φιλολογία ερμηνείας του νόμου και είδαν το φως της δημοσιότητας αναλύσεις που δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική κυρίως για το πως κατανέμονται και από που «χάνονται» οι έδρες. Άκρως αποπροσανατολιστικό και δυσεξήγητο καθώς ο νόμος είναι ο απλούστερος που υπήρξε ποτέ. Παρακολουθώ επισταμένα όλες αυτές τις συζητήσεις και ομολογώ ότι ένιωσα την ανάγκη όχι μιας απλής δημόσιας τοποθέτησης αλλά – κυρίως – ενημέρωσης για τα πραγματικά δεδομένα του ισχύοντος εκλογικού νόμου τον οποίο είχα την τιμή ν α εισηγηθώ στη Βουλή ως Υπουργός Εσωτερικών της Κυβέρνησης το φθινόπωρο του 2003.

Είναι γνωστόστο πανελλήνιο ότι είμαι θερμός θιασώτης ενός εκλογικού συστήματος ισχυρά αναλογικού, με μικτό σύστημα εκλογής και σε μονοεδρικές ή στη χειρότερη περίπτωση ολιγοεδρικές εκλογικές περιφέρειες και θεσμοθέτηση βουλευτών στην ευρύτερη περιφέρεια με παράλληλη κατάργηση των βουλευτών επικρατείας. Μια εκδοχή με παραλλαγή του λεγόμενου «γερμανικού συστήματος». Είναι μια πρόταση που ενισχύει την αυτονομία της πολιτικής από τα οικονομικά συμφέροντα. Κατοχυρώνει την πλήρη διαφάνεια στα δημόσια πράγματα. Διαμορφώνει μια νέα πιο αυθεντική σχέση ανάμεσα στον πολίτη και την πολιτική. Διασφαλίζει θεσμικά την ανανέωση στην πολιτική ζωής της χώρας. Διευκολύνει τις ευρύτερες δυνατές πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις. Μια πρόταση που αποτελεί θεμελιώδη συμβολή στην ποιότητα της Δημοκρατίας .

 Είναι, όμως, ακόμη πιο γνωστό ότι η πρόταση που κατέθεσα και προωθούσε αυτή την εκδοχή κάτω από τις δεδομένες συνταγματικές δεσμεύσεις ψηφίστηκε τελικά «κολοβή». Η Βουλή δεν δέχτηκε το μικτό σύστημα, τη θέσπιση των βουλευτών περιφέρειας, την διπλή κάλπη, την κατάτμηση των μεγάλων περιφερειών.

Ωστόσο, ο ισχύων εκλογικός νόμος δεν παύει να είναι ο αναλογικότερος, ο δικαιότερος, ο αντιπροσωπευτικότερος, ο καθαρότερος και ο απλούστερος που είχαμε έως τώρα. Διασφαλίζει αυτοδύναμη κυβέρνηση με σχετικά χαμηλό κατώφλι αυτοδυναμίας σαφώς κάτω από το 42%, αναλογικότητα στις έδρες που ξεπερνά σε κάθε περίπτωση το 88%, αντιπροσωπευτικότητα για τα κόμματα σε όλη την επικράτεια. Επί πλέον δεν κλέβει ψήφους, δεν μεταφέρει υπόλοιπα, ευνοεί και επιτρέπει προεκλογικές συμπράξεις. Και, τέλος, χρησιμοποιεί μια μεθοδολογία κατανομής των εδρών που επιτρέπει οποιαδήποτε εφαρμογή της πρότασης που προανέφερα και για την οποία απαιτείται συνταγματική κατοχύρωση. Υπενθυμίζω ότι αν δεν μεταφερθεί ο προσδιορισμός του αριθμού των βουλευτικών εδρών από τον «νόμιμο πληθυσμό» της απογραφής στα δημοτολόγια που πλέον είναι εκσυγχρονισμένα και ολοκληρωμένα δεν μπορούν να κατατμηθούν μεγάλοι Δήμοι.

Θεώρησα χρήσιμο, λοιπόν, συγκρίνοντας την εφαρμογή του νέου νόμου (3231/2004) στο πεδίο των εκλογικών αποτελεσμάτων των εκλογών από το 1977 έως το 2004 σε δέκα εκλογικές αναμετρήσεις και προσαρμόζοντας τα ποσοστά των κομμάτων στις σημερινές εκλογικές περιφέρειες να αποτυπώσω με σαφήνεια τα χαρακτηριστικά που προανέφερα. Για να μην υπάρχουν οι παρανοήσεις, οι στρεβλώσεις και αναλήθειες που κάθε τόσο επιχειρούν σύγχυση απαντώ ευθέως στα ερωτήματα που κατά καιρούς γεννήθηκαν.

 ΕΡΩΤΗΜΑ 1ο

 Πόσες έδρες παίρνει κάθε κόμμα στην επικράτεια

Απάντηση:

Από την αρχή καθορίζεται ο αριθμός των εδρών που παίρνει στο σύνολο της επικράτειας το κάθε κόμμα.

 Όπως είναι γνωστό στην Βουλή μπαίνουν τα κόμματα που συγκεντρώνουν το 3% των έγκυρων ψηφοδελτίων.

Οι 260 έδρες κατανέμονται με την απλή αναλογική σ’ όλα τα κόμματα που μπαίνουν στην Βουλή. Οι έδρες που αναλογούν σε κάθε κόμμα από τις 260 προκύπτουν από τον πολλαπλασιασμό του 260 επί το ποσοστό του κόμματος «ανηγμένο» στο 100%. Αν για παράδειγμα το ποσοστό που παίρνει ένα κόμμα είναι α% (όλα τα ποσοστά επί των έγκυρων ψηφοδελτίων και το άθροισμα των ποσοστών όλων των κομμάτων που μπαίνουν στη Βουλή (πάντοτε μικρότερο του 100%) είναι β, οι έδρες που παίρνει το κόμμα είναι:

   α x 100 x 260

 β

Πρώτα κατανέμονται οι 260 έδρες σ’ όλα τα κόμματα και εν συνεχεία οι 40 που περισσεύουν προστίθενται στο πρώτο κόμμα. (Όλοι οι υπολογισμοί γίνονται με αριθμό έγκυρων ψηφοδελτίων που σ’ αυτή την περίπτωση είναι ακριβώς το ίδιο).

Παρατηρήσεις:

1. Οι έδρες κάθε κόμματος καθορίζονται από την αρχή και δεν αυξομειώνονται στη βάση της κατανομής της δύναμης του ανά περιφέρεια.

2. Η κατανομή των 260 ξεκινά από τους βουλευτές επικρατείας, τις μονοεδρικές, τις τριεδρικές και ακολουθούν οι πολυεδρικές περιφέρειες (από τετραεδρικές και πάνω) και αφού εξαντληθούν όποιες και όσες περισσεύουν πάνε στο πρώτο κόμμα (βλέπε ερώτημα 5 για τον τρόπο της κατανομής ανά εκλογική περιφέρεια)

ΕΡΩΤΗΜΑ 2ο

Η αλήθεια για το 42% και την αυτοδυναμία. Πότε το πρώτο κόμμα συγκεντρώνει 151 έδρες

Απάντηση:

Από την προηγούμενη απάντηση προκύπτει ότι η αυτοδυναμία δεν εξαρτάται με κανένα τρόπο από τη διαφορά ή τις διαφορές ανάμεσα στα κόμματα, αλλά αποκλειστικά από το ποσοστό του πρώτου κόμματος σε συνάρτηση με το άθροισμα των ποσοστών των κομμάτων που μπαίνουν στη Βουλή. Όσο περισσότερο πλησιάζει το 100% αυτό το άθροισμα, τόσο υψηλότερο είναι το κατώφλι της αυτοδυναμίας. Τι δείχνει η πράξη;

Αν (θεωρητικά) το άθροισμα των ποσοστών των κομμάτων που μπαίνουν στη βουλή παρέμενε το ίδιο, το ποσοστό που θα χρειαζόταν το πρώτο κόμμα για να κερδίσει 151 έδρες είναι:

 ΕΚΛΟΓΕΣ  ΚΟΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ  ΠΟΣΟΣΤΟ ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΙΑΣ
 1977  95,35% - 5  40,70
 1981  94,89% - 3  40,51
 1985  96,55% - 3  41,22
 Ιούνιος 1989  96,54% - 3  41,22
 Νοέμβριος 1989  97,84% - 3  41,77
 1990  95,78% - 3  40,89
 1993  95,60% - 4  40,81
 1996  94,77% - 5  40,46
 2000  95,25% - 4  40,66
 2004  95,07% - 4  40,58

Παρατηρήσεις:

1. Το 42% δεν είναι θέσφατο αλλά κυμαινόμενο. Μάλιστα για να χρειαστεί ένα κόμμα πάνω από 42% για να πάρει 151 βουλευτές πρέπει τα κόμματα που μπαίνουν στη Βουλή να συγκεντρώσουν τουλάχιστον το 98,37% γεγονός σχεδόν αδύνατο.

2. Για τις συγκεκριμένες αναμετρήσεις το κατώφλι ξεκινά από 40,46% στις εκλογές του 1996 και φθάνει μέχρι το 41,77% στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1989.

3. Το άθροισμα των ποσοστών των κομμάτων που μπαίνουν στη Βουλή δεν είναι πάντα συνάρτηση του αριθμού τους. Εξαρτάται από το εκλογικό κλίμα πόλωσης και τη συγκυρία. Έτσι το μεγαλύτερο άθροισμα έγινε με 3 κόμματα στη Βουλή και το μικρότερο με 5 κόμματα στη Βουλή. Αν για παράδειγμα η ΠΟΛ.ΑΝ. Το 1996 έφτανε το 3% και έμπαινε στη Βουλή, τότε το άθροισμα του ποσοστού των κομμάτων που θα έμπαινε στη Βουλή θα ήταν 97,77%, οπότε το κατώφλι της αυτοδυναμίας θα πήγαινε στο 41,74%, ποσοστό μικρότερο από αυτό των εκλογών του Νοεμβρίου του 1989 (41,77%), αν και θα υπήρχαν 6 κόμματα στη Βουλή.

4. Στη σημερινή συγκυρία βέβαια, η είσοδος και του ΛΑΟΣ θα άφηνε ασφαλώς πολύ μικρότερο υπόλοιπο στη Βουλή άρα το κατώφλι αυτοδυναμίας ανεβαίνει και συνεπώς είναι εύλογη η βιασύνη της ΝΔ να ανοίξει το θέμα.

 ΕΡΩΤΗΜΑ 3ο

Τελικά πόσο αναλογική είναι η ψήφος και πόσο ενισχύεται το πρώτο κόμμα

Απάντηση:

Το ότι ο νόμος 3231/04 είναι ο αναλογικότερος που είχαμε ως τώρα δεν χωρά καμιά αμφιβολία.

Η εφαρμογή του νόμου και στις δέκα εκλογικές αναμετρήσεις εμφανίζει ελάχιστη αναλογικότητα σε σχέση με όλα τα κόμματα 88,1% (εκλογές 1993, ΚΚΕ). Μια αναλογικότητα που φθάνει για τα μικρά κόμματα και στο 93,7% (εκλογές 2000, ΣΥΝ).

Ο προηγούμενος νόμος για τα μικρά κόμματα (πλην των δύο πρώτων) κυμαίνεται στην εφαρμογή του από 61,34% (εκλογές 2004, ΣΥΝ) έως και 68,3% (εκλογές 1993, ΠΟΛΑΝ).

 Για το νόμο των τριών εκλογών του 1989-1990 τα αντίστοιχα ποσοστά είναι από 61,6% (εκλογές 1990, ΣΥΝ) έως71,1% (εκλογές Ιουνίου 1989, ΣΥΝ).

 Όσο για τους παλιότερους νόμους και ιδιαίτερα αυτόν του 17% για να μπει ένα κόμμα στην 2η κατανομή τα πράγματα είναι τραγικά. Για παράδειγμα στις εκλογές του 1977 τα ποσοστά είναι για την Εθνική Παράταξη 24,4%, για το ΚΚΕ 39,2%, για την ΕΔΗΚ 44,6%.

 Σε ότι αφορά την ενίσχυση του πρώτου κόμματος ο νόμος 3231/04 και για τις δέκα αναμετρήσεις κυμαίνεται από 117,6% (εκλογές Νοεμβρίου 1989, ΝΔ), έως 123,7% (εκλογές 1996, ΠΑΣΟΚ).

 Σε αντιπαράθεση ο νόμος των εκλογών 1989-1990 έφθανε μέχρι 109,2% (εκλογές Ιουνίου 1989, ΝΔ), με αποτέλεσμα το 44,28% να μην κάνει κυβέρνηση. Ενώ οι νόμοι της πολύ ενισχυμένης αναλογικής έφθαναν μέχρι και το 136,1%(εκλογές 1977, ΝΔ).

Είναι φανερό ότι με τον νόμο 3231/04 η αναλογικότητα είναι η ισχυρότερη που υπήρξε ποτέ χωρίς να αμφισβητείται η σταθερή κυβέρνηση.

ΕΡΩΤΗΜΑ 4ο

Πόσο αλήθεια είναι ο ισχυρισμός ότι τις έδρες που κερδίζουν τα μικρά κόμματα τις χάνει εξ ολοκλήρου το δεύτερο κόμμα;

Απάντηση:

Είναι φανερό ότι κερδίζοντας έδρες τα μικρότερα κόμματα με την αύξηση της αναλογικότητας δυνητικά τις παίρνουν από τα δύο πρώτα κόμματα. Ωστόσο το ποιο κόμμα απ’ τα δύο χάνει περισσότερο δεν είναι δεδομένο κάθε φορά. Ας κάνουμε τη σύγκριση των αποτελεσμάτων των εκλογών που εφαρμόστηκε ο προηγούμενος νόμος με τα αποτελέσματα που θα είχε η εφαρμογή του 3231/04 (για να έχει νόημα η σύγκριση):

1993   

   ΠΑ.ΣΟ.Κ. (46,88%)   Ν.Δ. (39,30%)   Κ.Κ.Ε. (4,54%)   ΠΟΛ.ΑΝ. (4,88%)
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ    170   111   9  10
 ΝΟΜΟΣ 3231/2004   168  107   12  13

1996

  ΠΑΣΟΚ(41,49%)   Ν.Δ.(38,12%)  ΚΚΕ(5,60%) ΣΥΝ (5,12%)    ΔΗ.Κ.ΚΙ. (4,44%)
 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ   162  108  11  10  9
 ΝΟΜΟΣ 3231/2004  154  105   15  14  12

2000

   ΠΑ.ΣΟ.Κ. (43,80%)   Ν.Δ. (42,73%)  Κ.Κ.Ε. (5,52%)   ΣΥΝ (3,20%)
 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ  158   125  11  6
 ΝΟΜΟΣ 3231/2004  159   117  15  9

2004

   ΠΑ.ΣΟ.Κ. (40,55%)   Ν.Δ. (45,36%) Κ.Κ.Ε. (5,90%)    ΣΥΝ (3,26%)
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ    116  166  12  6
 ΝΟΜΟΣ 3231/2004  111   164  16   9

Παρατηρήσεις:

1. Στις εκλογές του 1993 όπου ανάμεσα στα δύο πρώτα κόμματα παρατηρείται διαφορά 7,58% το πρώτο κόμμα (ΠΑΣΟΚ) χάνει δύο έδρες και το δεύτερο (ΝΔ) χάνει 4. Το ίδιο περίπου συμβαίνει το 2004 όπου με διαφορά 4,81% το πρώτο (ΝΔ) χάνει πάλι 2 έδρες και το δεύτερο (ΠΑΣΟΚ) 5 έδρες. Και στις δύο περιπτώσεις το πρώτο κόμμα έχει υψηλό ποσοστό πολύ πάνω από το κατώφλι αυτοδυναμίας.

2. Στις εκλογές του 1996 όπου το πρώτο κόμμα είναι πολύ κοντά στο κατώφλι αυτοδυναμίας (ΠΑΣΟΚ 41,49%) και το δεύτερο βρίσκεται σε απόσταση (ΝΔ 38,12%) αντιστρέφεται τελείως η εικόνα. Το πρώτο κόμμα χάνει 8 έδρες και το δεύτερο μόλις 3.

3. Στις εκλογές του 2000 όπου και τα δύο κόμματα είναι σε απόσταση αναπνοής αλλά περί το κατώφλι αυτοδυναμίας συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Το πρώτο κόμμα (ΠΑΣΟΚ) κερδίζει 1 έδρα και το δεύτερο χάνει 8 έδρες επειδή προφανώς το μπόνους των 40 εδρών έρχεται να ανατρέψει την σχεδόν ισοκατανομή στις 260.

 Το συμπέρασμα είμαι ότι σε κάθε εκλογή εξαρτάται από πολλούς παράγοντες το ποιο από τα δύο κόμματα χάνει έδρες και κυρίως το πόσο για να ευνοηθούν τα μικρότερα.

 ΕΡΩΤΗΜΑ 5ο

Πως γίνεται η κατανομή των εδρών ανά εκλογική περιφέρεια

 Απάντηση:

 Ακολουθούνται τα εξής βήματα μετά τη συνολική κατανομή των εδρών στα κόμματα

1ο Κατανέμονται με εντελώς απλή αναλογική οι 12 έδρες των βουλευτών επικρατείας

2ο Αποδίδονται στο πρώτο κόμμα στο νομό οι μονοεδρικές περιφέρειες (8 έδρες)

3ο Κατανέμονται με εντελώς απλή αναλογική και εξαντλούνται στο νομό οι έδρες των διεδρικών και τριεδρικών περιφερειών (πρόκειται για τις 12 έδρες των 6 διεδρικών και τις 36 έδρες των 12 τριεδρικών περιφερειών)

4ο Κατανέμονται σε όλα τα κόμματα οι έδρες που κερδίζονται σε κάθε νομό με βάση το μέτρο (αριθμός έγκυρων ψηφοδελτίων νομού προς αριθμό εδρών) και απομένει για κάθε κόμμα σε κάθε νομό ένα αχρησιμοποίητο υπόλοιπο ψήφων

5ο Όσες αδιάθετες έδρες παραμείνουν στις εκλογικές περιφέρεις (από τριεδρική και πάνω) κατανέμονται ξεκινώντας από το κόμμα που έχει το μικρότερο ποσοστό και με βάση τα μεγαλύτερα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα του μέχρι να συμπληρώσει τον αριθμό των εδρών που του αναλογεί. Μετά ακολουθεί το δεύτερο μικρότερο κόμμα μέχρι και το δεύτερο κόμμα. Το πρώτο κόμμα παίρνει τις υπόλοιπες έδρες.

Ας δούμε την εφαρμογή του νόμου σε δύο διαφορετικές μεταξύ τους αναμετρήσεις με βάση τις έδρες της απογραφής του 2001 π.χ. του 2004 και το 1996

 

ΕΡΩΤΗΜΑ 6ο

Ποίες είναι οι αυξομειώσεις εδρών ανάμεσα στα κόμματα κατά εκλογική περιφέρεια

Απάντηση:

Είναι το ερώτημα που απασχολεί περισσότερο τους βουλευτές και στελέχη των κομμάτων και είναι φυσικό.

Από την ίδια τη διαδικασία κατανομής που προβλέπει ο 3231/04 προκύπτουν προφανή συμπεράσματα:

1ο Κανένα κόμμα που έχει επιτύχει το εκλογικό μέτρο δεν χάνει καμία έδρα και σε καμία περίπτωση. Για παράδειγμα το εξάμβλωμα της Μυτιλήνης δεν επαναλαμβάνεται.

2ο Μέχρι και τις τριεδρικές περιφέρειες όλες οι έδρες και επειδή εξαντλούνται στο νομό κατανέμονται με απόλυτη δικαιοσύνη και αναλογικότητα. Για παράδειγμα αποκλείεται κόμμα μεγάλο να χάσει έδρα και να την πάρει μικρότερο. Όπως, επίσης, αποκλείεται έδρα απ’ αυτούς τους νομούς να περιέλθει στις 40 έδρες που παίρνει το πρώτο κόμμα μπόνους παρά τα αντίθετα γραφόμενα κατά καιρούς. Η κατανομή των 68 εδρών (επικράτειας, μονοεδρικές, διεδρικές, τριεδρικές) είναι οριστική. (Η επίκληση μιας παραγράφου του νόμου για αφαίρεση έδρας από τριεδρική ή διεδρική αφορά αποκλειστικά το απίθανο ενδεχόμενο ένα από τα μικρά κόμματα να έχει συμπληρώσει παρά πάνω έδρες μετά την κατανομή των 68 από όσες του αναλογούν σε όλη τη χώρα)

3ο Στις τετραεδρικές περιφέρειες μικρό κόμμα δεν μπορεί να πάρει εύκολα έδρα π.χ. σε καμία από τις δέκα αναμετρήσεις δεν συμβαίνει. Το αν το δεύτερο κόμμα πάρει δυο έδρες εξαρτάται από το ποσοστό του. Για παράδειγμα στους νομούς Χανίων και Κορινθίας με τα αποτελέσματα του 2000 είναι 3-1 με τα αποτελέσματα του 2004 είναι 2-2.

4ο Στις πενταεδρικές και τις εξαεδρικές το μικρότερο κόμμα μπορεί με βάση το ποσοστό του να κερδίσει μια έδρα αλλά συνήθως η κατανομή είναι φυσιολογική 3-2 ή 4-2 ή 3-3 ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα

5ο Από τις επταεδρικές και πάνω γίνεται η μεγαλύτερη διασπορά στις αδιάθετες έδρες με, όμως, σημαντικές παρατηρήσεις. Πρώτον κανένα κόμμα πλην του πρώτου σε καμία περιφέρεια δεν μπορεί να χάσει πάνω από 1 έδρα. Και δεύτερον η τελική κατανομή δεν υπακούει σε κεντρικούς κανόνες αλλά στην τυχαία κατανομή των υπόλοιπων κατά κόμμα και εκλογική αναμέτρηση.