''Εθνική Ενότητα απέναντι στο νέο διχασμό''

egiakoumis.gr

Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις επικυρώνουν το γεγονός ότι η πλειοψηφία των πολιτών (σαφώς πάνω από το 60 %) διαπιστώνει την ύπαρξη « πολιτικού κενού» στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ. Όσοι από μας, εκφράζουμε την αγωνία μας για την αυθυπαρξία, την ενότητα και την προοπτική της κεντροαριστεράς, σίγουρα δεν είχαμε στραμμένο το βλέμμα μας σε δημοσκοπικά ευρήματα αλλά στην πραγματική ιστορία του τόπου.

Τι μας διδάσκει η πρόσφατη, αλλά και η παλιότερη πολιτική μας ιστορία; Η εδραίωση μιας μεγάλης πλειοψηφικής δημοκρατικής και προοδευτικής παράταξης καθ’ όλο τον προηγούμενο αιώνα καθώς και μιας μεγάλης κεντροαριστεράς στο πλαίσιο του μεταπολιτευτικού ιστορικού κύκλου οδήγησε στην ουσιαστική υπέρβαση των διχασμών του παρελθόντος και στην αρτιμέλεια της δημοκρατίας μας. Δυστυχώς οι εξελίξεις αναδεικνύουν κάθε μέρα και πιο έντονα τον κίνδυνο διολίσθησης σε ένα νέο διχασμό. Ο τρόπος που αντιπαρατίθενται οι δυνάμεις της συντήρησης και της κατεστημένης τάξης με τις δυνάμεις του αριστερού λαϊκισμού και τυχοδιωκτισμού οδηγεί ολοένα και περισσότερο στην οξύτητα και την πολιτική μισαλλοδοξία. Η συρρίκνωση και η ενδεχόμενη εξαΰλωση του ενδιάμεσου χώρου της δημοκρατικής, μεταρρυθμιστικής και σοσιαλδημοκρατικής κεντροαριστεράς υπονομεύει την πολιτική σταθερότητα και παρατείνει το αδιέξοδο της χώρας. Είναι κατά συνέπεια κρίσιμο το εγχείρημα της ανασύνταξης του προοδευτικού χώρου στην υπηρεσία του οποίου πρέπει να αφυπνίσουμε, να δεσμεύσουμε και να ενώσουμε τις κατακερματισμένες και απεγνωσμένες σήμερα δυνάμεις της παράταξης.

Δυόμιση χρόνια τώρα ζούμε την αντιπαράθεση των «μνημονιακών» και «αντι-μνημονιακών» δυνάμεων η οποία προϊόντος του χρόνου ξεπερνιέται ιστορικά, γίνεται ανεδαφική. Η Ελλάδα έχει συνάψει ήδη τρεις συμφωνίες και έχει δρομολογήσει μια σειρά αλλαγές από τις οποίες είναι ουτοπικό να αποστασιοποιηθεί συνολικά. Δυστυχώς ενώ αδυνατίζει η υλική βάση της αντιπαράθεσης οι ηγεσίες της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ την τροφοδοτούν ολοένα με περισσότερη σκληρότητα. Έτσι κυριαρχεί στο δημόσιο λόγο η ασυμφιλίωτη σύγκρουση ανάμεσα στις δυνάμεις της άκριτης και τυφλής εφαρμογής του μνημονίου και αυτές που υποστηρίζουν την άμεση καταγγελία του. Το πολιτικό κλίμα κυριαρχείται από διχαστικές λογικές, με όρους παρελθόντος και ξεπερασμένα κλισέ, είτε ανάμεσα σε φανατικούς «πατριώτες» εναντίον «προδοτών», είτε ανάμεσα σε φανατικούς θιασώτες του «νόμους και τάξη» εναντίον «τρομοκρατών». Ο νέος διχασμός ενισχύει τις δυνάμεις του εκφασισμού της κοινωνίας, οι οποίες βρίσκουν εύκρατο το κλίμα αποσταθεροποίησης της ιδίας της δημοκρατίας. Όμως, ούτε η μια επιλογή, ούτε η άλλη, συνιστούν βιώσιμη εθνική στρατηγική.

Σήμερα οι πολιτικές του μνημονίου εμφανίζουν αυξανόμενα αδιέξοδα. Όχι μόνο γιατί η ραγδαία φτωχοποίηση της χώρας και των πολιτών της υπονομεύει κάθε αναπτυξιακή ικμάδα. Αλλά γιατί όλο και περισσότερο ακούγονται φωνές - ακόμη και ανάμεσα στους εταίρους μας - ότι η συνταγή είναι λάθος. Ένα λάθος που ομολογείται μεν δημοσίως αλλά, εν όψει γερμανικών εκλογών, δεν διορθώνεται. Αντ’ αυτού προβάλλεται το πρότυπο μιας μελλοντικής ανάπτυξης η οποία αν κάποτε έλθει θα στηρίζεται στην ανειδίκευτη εργασία χαμηλού κόστους, στην απαξίωση της δημόσιας περιουσίας, στην απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και στην καλπάζουσα ανεργία. Ωστόσο και αυτό το πρόγραμμα δεν βγαίνει και το δείχνουν οι αριθμοί που αυτές τις μέρες έρχονται στο φως της δημοσιότητας και προϊδεάζουν για νέα σκληρότερα μέτρα.

Από την άλλη μεριά μια ρήξη με τους δανειστές μας και το διαμορφωμένο απ’ αυτούς πλαίσιο συνεργασίας θα οδηγούσε τη χώρα σε ολοσχερή χρεοκοπία. Η στροφή που επιχειρεί ο Α. Τσίπρας είναι αναγκαστική όχι όμως, αξιόπιστη καθώς δεν συνοδεύεται από εγκατάλειψη της εμμονής του στην άρνηση. Οι δυνάμεις που στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ συνθέτουν το πολιτικό μόρφωμα του οποίου ηγείται δεν έχουν συγκλίνουσες επιδιώξεις ούτε ενιαία εθνική επαγγελία. Αποτέλεσμα είναι να καθιστά την προοπτική κάθε αριστερής διακυβέρνησης συνώνυμη της εθνικής περιπέτειας. Ανατροφοδοτούνται έτσι τα συντηρητικά αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας.

Χρειαζόμαστε επειγόντως μια νέα εθνική επαγγελία που να επανενώσει το λαό και να δημιουργήσει κλίμα συσπείρωσης και αισιοδοξίας ότι η χώρα μπορεί να σταθεί στα πόδια της χωρίς να διακινδυνεύσει το μέλλον της.

Μοναδικός δρόμος είναι η διαμόρφωση ενός ευρύτατου συναινετικού πλαισίου για την αναθεώρηση των δυσμενών όρων του μνημονίου. Κάτω από το πρίσμα των αποτελεσμάτων της εφαρμογής του, των ραγδαίων ευρωπαϊκών εξελίξεων, το πρόγραμμα οικονομικής διάσωσης της χώρας πρέπει να βάλει φρένο στη φτωχοποίηση υπερβαίνοντας τις πολιτικές της άδικης λιτότητας και της ανεργίας.

Παράλληλα να επεξεργαστούμε νέο πρόγραμμα για την ανάπτυξη που δεν θα ανακυκλώνει τις μίζερες θεωρίες και κοινοτυπίες που όλα ανεξάρτητα τα κομματικά κείμενα περιλαμβάνουν. Να προβάλλει το πραγματικό συγκριτικό μας πλεονέκτημα: το στιβαρό απόθεμα γνώσης και καινοτομίας που σήμερα μαραζώνει στις στρατιές των άνεργων νέων μας.
Αυτό προϋποθέτει μια στρατηγική μακράς πνοής που δεν περιορίζεται στην εκποίηση του εθνικού πλούτου, στην ικεσία προς επενδυτές, στην αξιοποίηση των ισχνών διαθέσιμων πόρων μας σε κακοφτιαγμένα και λεηλατημένα έργα υποδομής και προσωρινές ευκαιρίες απασχόλησης. Στρατηγική που να ενθαρρύνει την αυθόρμητη επιστροφή των παραγωγικών δυνάμεων στην περιφέρεια, στην μοντέρνα γεωργία και στη σύγχρονη μικρομεσαία επιχείρηση, κινητροδοτεί συγκεκριμένα τις περιφερειακές πολιτικές και συγκροτεί μια κυριολεκτικά νέα παραγωγική τάξη. Η χώρα χρειάζεται σπονδυλική στήλη που έχει θρυμματιστεί μέσα στην κρίση. Μόνο έτσι η ανασυγκρότηση της θα αποκτήσει λαϊκό έρεισμα και νέο ήθος.

Η διαμόρφωση του συναινετικού πλαισίου επανεκκίνησης της χώρας σε συνδυασμό με την επαναδιαπραγμάτευση του μείγματος πολιτικής του μνημονίου είναι και το μοναδικό πεδίο πάνω στο οποίο η κεντροαριστερά μπορεί να διεκδικήσει την αυτοτελή πολιτική και προγραμματική της ταυτότητα. Και να θέσει με τόλμη τους όρους και τις προϋποθέσεις θεμελίωσης της Δ΄ ελληνικής Δημοκρατίας. Με ότι αυτό συνεπάγεται για το πολιτικό σύστημα, την θεσμική συγκρότηση της πολιτείας, το κοινωνικό κράτος, την εταιρική οργάνωση της οικονομίας, την δημοκρατία στην αγορά, το νέο πολιτικό πολιτισμό, την ορμητική είσοδο της νέας γενιάς στο προσκήνιο της ιστορίας.

Η κεντροαριστερά που προτείνουμε δεν διεκδικεί δημογραφικό ή δημοσκοπικό χώρο αλλά νέο πολιτικό ρόλο. Δεν έχει ψευδαισθήσεις ότι μπορεί να πατήσει ένα κουμπί και οι ηγεσίες κομμάτων, κινήσεων, συσπειρώσεων του χώρου θα παραμερίσουν το μικροεγωισμό τους. Υπάρχει η κοινωνία, η βάση της παράταξης που σκόρπισε στους πέντε ανέμους. Οφείλει να συσπειρώσει και να κινητοποιήσει τις ζωντανές δυνάμεις του έθνους για ένα άλμα προς τα εμπρός. Είναι ώρα μιας νέας εθνικής ενότητας απέναντι στην αδιέξοδη στρατηγική της πόλωσης, του νέου διχασμού. Αν το Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ μπορεί να βάλει ένα λιθαράκι σ’ αυτό θα μπορούσε να αποδειχτεί ένα αποφασιστικό βήμα, για την ανασύνταξη του δημοκρατικού και προοδευτικού χώρου.