Άρθρο στην «ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ».

Κεντροαριστερά: ενότητα με όρους κοινωνίας
 
Να, λοιπόν, που φθάσαμε προ των πυλών του Συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ. Η προσυνεδριακή διαδικασία δεν διεκδικεί δάφνες. Η αναγκαία αυτοοργάνωση ούτε καν ξεκίνησε. Ο πολιτικός διάλογος στις περιπτώσεις που επιχειρήθηκε έμεινε στα τετριμμένα. Οι οργανωτικές πρακτικές από «παραδοσιακούς» και «νεωτεριστές» πατούν  σε παλιά ξεπερασμένα χνάρια. Στελέχη φιλόδοξα που περισσότερο προφυλάσσουν και προβάλλουν τον εαυτό τους παρά τις θέσεις τους ψάχνουν ιδεολογικούς και πολιτικούς αντιπάλους. Αγώνας πολιτικής επιβίωσης; Ίσως, είναι θεμιτός.

Ωστόσο, το πραγματικό διακύβευμα του Συνεδρίου είναι η ίδια η επιβίωση και η προοπτική της μεγάλης δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης. Αν θέλουμε το Συνέδριο να σηματοδοτήσει την επανεκκίνηση της μεταρρυθμιστικής και σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς πρέπει με θάρρος και τόλμη να θέσουμε το σύνολο των δυνάμεων μας στην υπηρεσία αυτού του στόχου. Να οριοθετήσουμε εκ νέου την ιδεολογική μας ταυτότητα και να κατακτήσουμε την προγραμματική μας αυτονομία.

Ο Αριστοτέλης έγραφε : «κάθε πολιτεία χωρίζεται σε τρία μέρη, στους πολύ πλούσιους, στους πολύ φτωχούς και την μεσαία τάξη». Η κοινωνία μπορεί να ευημερεί μόνο όταν η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών ανήκουν στην μεσαία τάξη και έχει τη δύναμη να προστατεύει και να βελτιώνει συνεχώς τη ζωή των πολύ φτωχών. Η σύγχρονη προοδευτική παράταξη οφείλει να εκφράσει στην εποχή μας ένα αντίστοιχο οραματικό και προγραμματικό σύστημα αξιών.

Είναι προφανές, ότι στις τελευταίες μόλις δεκαετίες αυτή η μεσαία τάξη δημιουργήθηκε και διευρύνθηκε χάρη στις πολιτικές του ΠΑΣΟΚ. Σήμερα, εξαιτίας της κρίσης αναδεικνύονται οι στρεβλώσεις και οι αστοχίες αυτών των πολιτικών, πολλές από τις οποίες υπήρξαν επίκτητες από ένα παλαιοκομματικό παρελθόν. Τώρα, πλέον κανείς δεν θυμάται ότι οι πολιτικές αυτές διεύρυναν ουσιαστικά την νομιμοποίηση της δημοκρατίας μας και εξασφάλισαν μακροχρόνια πολιτική σταθερότητα. Επίσης, η κρίση διέρρηξε αποφασιστικά τις σχέσεις ανάμεσα στην πολυπληθή μεσαία τάξη και στο ΠΑΣΟΚ. Στην κρίση, η μεγάλη προοδευτική δημοκρατική παράταξη κατακερματίστηκε εκλογικά και συρρικνώθηκε η επιρροή της.

Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις αποδεικνύουν, ωστόσο, ότι η πλειοψηφία των ελλήνων εξακολουθεί να τοποθετεί τον εαυτό της στην ευρύτερη Κεντροαριστερά. Δημιουργείται, ως εκ τούτου, ένα πρόσκαιρο πολιτικό κενό εκπροσώπησης, καθώς υπάρχει μια προφανής αναντιστοιχία ανάμεσα στον αξιακό αυτοπροσδιορισμό των πολιτών και στις υφιστάμενες πολιτικές δυνάμεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο της Κεντροαριστεράς.    

Το κρίσιμο ερώτημα της εποχής που θα προσδιορίσει εν πολλοίς τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στην χώρα μας είναι ποιος θα λύσει αυτή την αντίφαση;

Η τύχη του ΠΑΣΟΚ συνδέεται ευθέως με τη δυνατότητα του να δώσει πολύ συγκεκριμένη απάντηση στο ερώτημα, όχι μόνο με όρους εξουσίας αλλά κατεξοχήν με όρους κοινωνίας και πολιτικών συμμαχιών. Το σημερινό ΠΑΣΟΚ δεν το μπορεί. Δυστυχώς μέχρι τώρα η συζήτηση εξαντλείται στην εμμονή των υπαρχουσών δυνάμεων να επιβεβαιώσουν την ηγεμονική τους θέση και στην προσπάθεια διαφόρων κινήσεων ή προσωπικοτήτων να διεκδικήσουν ρόλους στο αυριανό τοπίο.

Οι αλλεπάλληλες προτάσεις του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ συναντούν τείχος αρνήσεων παρ’ ότι η αναγκαιότητα να ξεκινήσει επιτέλους από κάπου μια κοινή προσπάθεια είναι κοινά αποδεκτή. Η απόπειρα να μεταφερθούν μηχανικά οι εμπειρίες της «Ελιάς» και η έκκληση να διαλυθούν οι υπάρχουσες και μετρήσιμες δυνάμεις του χώρου δεν συνιστά αυτή την στιγμή βιώσιμη πρόταση. Στην Ιταλία υπάρχει μακρά και πολύχρονη διεργασία και πολιτική παράδοση. Εδώ μόνο για προγραμματικές συγκλίσεις και εκλογικές συμπράξεις υπάρχει προς το παρόν ανοικτό πεδίο.

Τι μπορούμε να προσδοκούμε από το Συνέδριο σε σχέση με τις προϋποθέσεις να ανοίξει ένας δρόμος όχι μόνο με όρους εξουσίας αλλά βαθειάς κοινωνικής διεργασίας για την ενότητα και την ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς; Προφανώς η  οριοθέτηση της φυσιογνωμίας μας, οι σαφείς πολιτικές επιλογές, η οργανωτική ανασύνταξη και,  βεβαίως, η στροφή στην κοινωνία.

Να οριοθετήσουμε τα όρια μεταξύ κυβερνητικής και πολιτικής σταθερότητας απ’ τη μια και πολιτικής αυτονομίας της Κεντροαριστεράς απ’ την άλλη. Να καταστήσουμε σαφές ότι η τριμερής κυβέρνηση αποτελεί τον δικό μας ιστορικό συμβιβασμό ο οποίος πάντως στο μέλλον δεν θα επιβιώσει νέων μέτρων εις βάρος των εργαζομένων και των συνταξιούχων. Να διακηρύξουμε ότι η ιδανική κυβερνητική λύση εξακολουθεί να αναζητείται σε μια προοδευτική διακυβέρνηση, που θα αποτρέψει ένα νέο διχασμό και θα ενώσει το έθνος γύρω από την υπόθεση της επαναδιαπραγμάτευσης των μνημονίων και των επαχθών δανειακών συμβάσεων.   

Να κατακτήσουμε ένα πραγματικά συλλογικό και ανοιχτό κόμμα, με ζωντανές αναφορές στην κοινωνία των παραγωγών, της καινοτομίας και της έρευνας. Να επιβάλλουμε την καταστατική νομιμότητα, τη δημοκρατική  λειτουργία, τη συνεπή και διαφανή διαχείριση. Να τιμήσουμε τα μέλη μας με διακριτά δικαιώματα και υποχρεώσεις. Να δώσουμε ζωή σε οργανώσεις που μαραζώνουν και σε γραφεία που εγκαταλείπονται.

Μετά το Συνέδριο με το κύρος των αιρετών συλλογικών μας οργάνων και με αποσαφηνισμένη τη συνολική μας στρατηγική και  πολιτική να πάρουμε την πρωτοβουλία για μια ισότιμη, ανοικτή, δημιουργική  συζήτηση  που θα οδηγήσει με όρους κοινωνίας και κοινής δράσης στην ανασυγκρότηση της ευρύτερης Κεντροαριστεράς. Γι’ αυτό να προγραμματίσουμε από τώρα ένα ανοιχτό πολιτικό Συνέδριο στις αρχές του φθινοπώρου που θα επικυρώσει τα θετικά της αποτελέσματα.