Άρθρο στην εφημερίδα ΄΄Νέα Σελίδα΄΄

Ο Προϋπολογισμός του 2020 θα μπορούσε να είναι Προϋπολογισμός Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ

Όπως εδώ και πολύ καιρό συμβαίνει σε όλα τα μεγάλα θέματα που απασχολούν την πορεία του τόπου η αντιπαράθεση της Κυβέρνησης με την Αξιωματική Αντιπολίτευση εξαντλείται σε φραστικούς και ανούσιους διαξιφισμούς. Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι «σαν έτοιμη από καιρό» με τις επιλογές της στον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2020, σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας εποχής. Η Αξιωματική Αντιπολίτευση ενώ ισχυρίζεται ότι η κυβέρνηση αποδέχτηκε τις δικές της κυβερνητικές επιλογές και υλοποιεί προανειλημμένες αποφάσεις, την καταγγέλλει ως ταξική και νεοφιλελεύθερη.

Το συμπέρασμα είναι ότι άλλαξε μεν η Κυβέρνηση, δεν άλλαξε, όμως, κατά κεραία η οικονομική πολιτική. Ίδια κινούσα ιδέα, ίδιες επιλογές, ίδια αντίληψη. Απλές προσθαφαιρέσεις αριθμών και ποσοστών σε ένα πανομοιότυπο από άποψη δομής Κρατικό Προϋπολογισμό. Στόχος ένας και μοναδικός: Να εξισορροπηθούν τα έσοδα ενσωματώνοντας τις παροχές, δηλαδή αυτές που αποτέλεσαν το μεγάλο δέλεαρ για άγρα ψήφων στις τελευταίες εκλογές τόσο για τον ΣΥΡΙΖΑ όσο και για την ΝΔ. Ο Κρατικός Προϋπολογισμός του ’20 θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας Κρατικός Προϋπολογισμός της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

Ένας προϋπολογισμός χωρίς αναπτυξιακό σχέδιο, που διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες και συνεχίζει αμείωτα τη φορολογική αφαίμαξη. Ένας προϋπολογισμός που θέτει υπεραισιόδοξους και μη ρεαλιστικούς ποσοτικούς στόχους, απομονωμένος και ξένος με τις προκλήσεις της νέας εποχής. Ένας προϋπολογισμός που αντί να συμβάλλει στην επανεκκίνηση της οικονομίας και να δημιουργεί τον αναγκαίο αναπτυξιακό συναγερμό συνεχίζει – για να χρησιμοποιήσω ένα παλιότερο όριο – την εμποδισμένη ανάπτυξη.

Στο ερώτημα τι εμποδίζει την ανάπτυξη υπάρχουν τρεις κρίσιμες συνιστώσες.

Πρώτα απ΄ όλα, η καρδιά της εξάρτησης: το υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα.

Δεύτερο, η αντιπαραγωγική και αντιαναπτυξιακή διαχείριση των διαθέσιμων πόρων.

Τρίτο, η αναπαραγωγή επί το δυσμενέστερο όλων των δομικών χαρακτηριστικών της πολιτείας που συνιστούν την παθογένεια και την καθυστέρηση της και υψώνουν αξεπέραστα εμπόδια.

Η χώρα αυτή την εποχή των απειλών και των προκλήσεων για να βρει αναπτυξιακό βηματισμό έχει ανάγκη από όραμα, σχέδιο και βαθιές αλλαγές και ανατροπές.Απαιτεί μια διακυβέρνηση που έχει επίγνωση ότι για να αναβαθμιστεί η Ελλάδα στον ευρωπαϊκό και τον παγκόσμιο χάρτη οφείλει να γίνει μια από τις πιο εξωστρεφείς, ανταγωνιστικές και δυναμικές οικονομίες της γνώσης. Ικανή να συνδυάζει την αυτοφυή και αειφόρο ανάπτυξη με την παραγωγή νέου πλούτου και τη δικαιότερη κατανομή του, όπως και την δίκαιη και αναλογική κατανομή των βαρών. Να στοχεύει σταθερά και με συγκεκριμένες πολιτικές στην πλήρη απασχόληση.

Για να επιτευχθεί ένας τόσο μεγαλόπνοος στόχος χρειάζεται μια ριζικά διαφορετική αντίληψη και στρατηγική για την ανάπτυξη. Χρειάζεται οι Περιφέρειες της χώρας να αποκτήσουν ονοματεπώνυμο που να στέκεται στον ανταγωνισμό εγχώριο και διεθνή. Κι αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει τη μέγιστη δυνατή κινητοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων. Και άρα ένα κράτος διαφορετικό που γίνεται πλοηγός και όχι αντίπαλος της ανάπτυξης. Μια πραγματική επανάσταση και επανασχεδιασμός της θεσμικής συγκρότησης της πολιτείας που ξεκινά από τη βάση. Και κυρίως με γενναία αποκέντρωση της διακυβέρνησης που αποδιαρθρώνει τη σύμφυση εξουσιών και συμφερόντων που έχει εγκατασταθεί στο κέντρο. Γι’ αυτό το πρόβλημα την ανάπτυξης είναι πρόβλημα Δημοκρατίας. Χωρίς την ανασύνταξη της Πολιτείας οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης είναι φενάκη.

Μια τέτοια αλλαγή προϋποθέτει και έναν άλλο Προϋπολογισμό. Ένα Προϋπολογισμό που δεν εστιάζει στους ατέρμονες κωδικούς με βάση τους οποίους νομιμοποιείται η επιβολή του κέντρου στην περιφέρεια, της εκτελεστικής εξουσίας στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, του κράτους στον ανυπεράσπιστο πολίτη. Προϋποθέτει άλλη κατανομή πόρων, γενναία αποκέντρωση της διακυβέρνησης, περιφερειακή επανεπένδυση και εξισορρόπηση του παραγόμενου πλούτου. Αν οι αναπτυξιακές επιλογές και οι αντίστοιχες εξουσίες με ολοκληρωμένη οικονομική – διοικητική μορφή δεν αποδοθούν στους θεσμούς που θα σηκώσουν το βάρος της ανάπτυξης και της κινητοποίησης του παραγωγικού και δημιουργικού δυναμικού, «χτίζουμε στην άμμο».