Άρθρο στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ

ΜΠΟΡΟΥΜΕ…

Δυο αιώνες από την Παλιγγενεσία και δυο δεκαετίες από την ένταξη στην ΟΝΕ και το ευρώ, η Ελλάδα βρίσκεται στα αχαρτογράφητα νερά μιας τρικυμίας. Η εξωτερική απειλή χτυπά κόκκινο. Το μεταναστευτικό – προσφυγικό παροξύνεται. Η πανδημία επανεμφανίζεται απειλητική για την ίδια μας την επιβίωση. Η ύφεση εξελίσσεται ανεξέλεγκτα και η οικονομική κρίση θολώνει εκ νέου τον ορίζοντα. Η χώρα είναι αναγκασμένη να συμβιώσει για μακρύ ιστορικό χρόνο με αυτά τα προβλήματα που αλληλοπλέκονται και ανατροφοδοτούνται, αναζητά τη ρότα της και επείγεται να εξοπλιστεί με σύγχρονη πυξίδα. Είναι ακριβώς η στιγμή που πρέπει να συστηθούμε ξανά ως έθνος, ως κοινωνία.

Το ερώτημα είναι αν το πολιτικό σύστημα της χώρας, με τη σημερινή του μορφή και διάταξη και τον δεδομένο συσχετισμό δυνάμεων μπορεί να ανταποκριθεί σ’ αυτή την ανάγκη. Να αρθρώσει εκείνο το αφήγημα που θα συσπειρώσει, θα κινητοποιήσει, θα εμπνεύσει και θα οδηγήσει σε μια νέα αναγεννητική προσπάθεια.

Η συντηρητική παράταξη, που εξαιτίας των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επανέκαμψε δυναμικά και σχεδόν ηγεμονικά στην εξουσία επιστράτευσε αρχικά για πυξίδα της την «επιστροφή στην κανονικότητα». Μια πυξίδα κάθε άλλο παρά αξιόπιστη σε ένα κόσμο που κλυδωνίζεται και αναζητά νέες αφετηρίες και ριζικές αλλαγές. Προϊόντος του χρόνου οι χειρισμοί της και στα τέσσερα κρίσιμα θέματα αρχίζουν να αποδεικνύονται ασχεδίαστοι, αποσπασματικοί, αμυντικοί και ατελέσφοροι. Αποτέλεσμα των επιλογών του Κ. Μητσοτάκη είναι οι ρωγμές στη διακυβέρνηση του παρά τον απόλυτο προσωπικό του έλεγχο και συγκεντρωτισμό να μεγαλώνουν και να πολλαπλασιάζονται. Να μην μπορούν να καλυφθούν πίσω από το παραβάν της επικοινωνιακής λαίλαπας που τον υποστηρίζει. Πολύ περισσότερο δε όταν η καθημερινή διαχείριση της εξουσίας από το σύστημα Μαξίμου, ολοένα και περισσότερο προσομοιάζει με τις πρακτικές μιας παλαιού τύπου Δεξιάς.

Επειδή τα γεγονότα τρέχουν και ο πολιτικός χρόνος συμπυκνώνεται δραματικά, ο προοδευτικός χώρος που ήταν και παραμένει εν δυνάμει πλειοψηφικό ρεύμα, επείγεται να αρθρώσει την εναλλακτική του πρόταση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ αδυνατεί να την εκφράσει ως Αξιωματική Αντιπολίτευση. Όχι μόνο λόγω της τυχοδιωκτικής και λαϊκίστικης πολιτικής που άσκησε ως κυβέρνηση και καταδικάστηκε τελεσίδικα γι’ αυτή, αλλά και ως ανερμάτιστη και ισοπεδωτική αντιπολίτευση κατώτερη των περιστάσεων. Το πρόβλημα του είναι δομικό, πρόβλημα ταυτότητας. Άλλο είναι ένα πολυσυλλεκτικό ρεύμα κι άλλο ένα άθροισμα στελεχών χωρίς πολιτική και ιδεολογική αναφορά και κυρίως χωρίς αρχές και κοινούς στόχους, ιδιαίτερα στην κορυφή. Ήδη φαίνεται ότι το εγχείρημα της μετατόπισης προς το κέντρο και της διεύρυνσης αποτυγχάνει κάτω από το βάρος των φυγόκεντρων τάσεων και των αντινομιών και αντιφάσεων που συνόδευσαν την κυβερνητική του θητεία. Αντινομίες και αντιφάσεις που διέσυραν και απαξίωσαν τις ιδέες της Αριστεράς.

Είναι φανερό ότι ο τόπος αντί για την επιστροφή στη συντηρητική κανονικότητα ή τον αδιέξοδο αριστερό λαϊκισμό έχει ανάγκη μια νέα, ριζική και διαρθρωτική αλλαγή. Μια αλλαγή που το δίπολο ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ ως τα εκλεκτά τέκνα του συστήματος της νέας εξουσίας, που επιχειρεί να αντικαταστήσει το μεταπολιτευτικό μοντέλο, δεν μπορούν να εγγυηθούν. Αντίθετα, το Κίνημα Αλλαγής, ο χώρος, η παράδοση, η κληρονομιά και η διαδρομή του είναι θεωρητικά και πολιτικά πολύ εγγύτερα σ’ αυτή την ανάγκη. Όμως, οι δημοσκοπικές του επιδόσεις είναι σε πλήρη αντίθεση με τον πολιτικό του λόγο, την προγραμματική του επάρκεια, την στελεχιακή του υπεροπλία, την ικανότητα διακυβέρνησης και την αντιπολιτευτική αξιοπιστία που διαθέτει. Και επι πλέον είναι ο αυθεντικός εκφραστής της σοσιαλδημοκρατίας που εκ των πραγμάτων και με αφορμή την πανδημία επιστρέφει στο πολιτικό προσκήνιο.

Οι επόμενοι μήνες είναι κρίσιμοι και καθοριστικοί για τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα. Έχουμε χρέος όσοι πιστεύουμε ότι ο ρόλος αυτής της παράταξης δεν εξαντλείται σε ένα απλό παρακολούθημα των εξελίξεων, αλλά ιστορικά δικαιούται και σήμερα να πρωταγωνιστήσει, να ανάψουμε τη σπίθα της ανατροπής.
Μπορούμε.