Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου του Μανώλη Γλέζου «Και ένα μάρκο να ήταν... οι οφειλές της Γερμανίας στην Ελλάδα».

on .

Το βιβλίο του Μανώλη Γλέζου έρχεται σαν επιστέγασμα των αγώνων του για μια  πραγματικά σημαντική εθνική υπόθεση, να τεκμηριώσει το αίτημα για πολεμικές αποζημιώσεις που η Γερμανία οφείλει στην Ελλάδα εξαιτίας του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι ένας αγώνας που κι εγώ τον έζησα από κοντά από το 1994, όταν ο αείμνηστος Σταμούλης το έθεσε επί τάπητος, ως αιρετός Νομάρχης Βοιωτίας. Έκτοτε έγιναν μεγάλες προσπάθειες.

Το κείμενο που έχουμε στα χέρια μας είναι κατά βάση κείμενο πολιτικού ακτιβισμού που περιγράφει με αδρό και ακριβοδίκαιο τρόπο αυτές τις προσπάθειες.
Έχει το χαρακτήρα μιας ζωντανής ιστορικής μαρτυρίας. Καταγράφω, επίσης, ως αξιοσημείωτο γεγονός το ότι το βιβλίο διατηρεί αμερόληπτες αποστάσεις από τη σημερινή κατάσταση των  διμερών ελληνογερμανικών σχέσεων. Ισχυρίζομαι ότι αποτελεί γι' αυτό ένα πολύτιμο εργαλείο προσέγγισης των σημερινών μας προβλημάτων.

Κατά την γνώμη μου η συμβολή του κειμένου μπορεί να κωδικοποιηθεί σε τρία πολύ σημαντικά σημεία:

Πρώτον είναι πρόδηλη η αναντιστοιχία μεταξύ των ηρωικών πράξεων του λαού μας σε δύσκολους καιρούς απ' τη μια και της ανταπόκρισης των εκάστοτε πολιτικών ηγεσιών στο πάνδημο αίτημα δικαίωσης των αγωνιστών μας  απ' την άλλη. Η περίπτωση Μαξ Μέρτεν είναι η πλέον ενδεικτική. Και δυστυχώς όσο απομακρυνόμαστε από τα γεγονότα τόσο και αδυνατίζει η μνήμη και μεγαλώνει η αναντιστοιχία. Εξ ίσου οδυνηρό υπήρξε για μένα το παράδειγμα με τις δυο αποφάσεις του Αρείου Πάγου υπό τον Ματθία που υπονόμευσε το δικαίωμα για ιδιωτικές αποζημιώσεις.

Δεύτερο, ο συγγραφέας με χαρακτηριστική συνέπεια αποφεύγει την κατασκευή στερεότυπων εις βάρος του γερμανικού λαού. Από την άποψη αυτή, ο Γλέζος έγραψε ένα βιβλίο εθνικής μνήμης και ιστορικής δικαιοσύνης. Εντύπωση προκαλεί ο νηφάλιος και αντικειμενικός τρόπος που παρουσιάζεται η επίσημη αντίδραση του γερμανικού υπουργείου εξωτερικών στη ρηματική διακοίνωση του Γεώργιου Αλέξανδρου Μαγκάκη αναφορικά με την επικαιροποίηση του αιτήματος για πολεμικές αποζημιώσεις σύμφωνα με τη συμφωνία «2+4». Ο Μανώλης αφήνει τον απίστευτο κυνισμό του γερμανικού κειμένου να μιλήσει από μόνος του. Η θέση ότι παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος καθιστά το σχετικό αίτημα ανενεργό είναι πράγματι κυνική, καθώς όλοι γνωρίζουν ότι οι συνεχείς αναβολές στη διευθέτηση του ζητήματος δικαιολογείται μόνον χάρη στην καρτερική, μεγαλόψυχη  και αλληλέγγυα στάση του ελληνικού λαού απέναντι στο γερμανικό, στην αρχή για να σταθεί ο τελευταίος στα πόδια του και στη συνέχεια για να επιτύχει και ολοκληρώσει  την ενοποίηση του. Ανάλογα συναισθήματα προκαλεί και η ουσιαστική νομιμοποίηση των μαζικών αντιποίνων κατά αμάχων, με την οποία η γερμανική πλευρά προσπαθεί να εμφανίσει τα ολοκαυτώματα του Διστόμου και των Καλαβρύτων ως πολεμικές ενέργειες. Πρόκειται για την επιβεβαίωση της θεωρίας της συλλογικής ευθύνης.

Ο Μανώλης, χωρίς ακρότητες και συναισθηματισμούς, αποκαλύπτει και διαφωτίζει. Απευθύνεται στον αναγνώστη καλών προθέσεων, ο οποίος καλείται ν' αξιολογήσει τα πραγματικά γεγονότα με το στοιχειώδες αίσθημα αξιοπρέπειας και ευθύνης.

Τρίτον, είναι φανερό ότι η απαίτηση για πολεμικές αποζημιώσεις δεν είναι ενιαία. Πρόκειται, σε γενικές γραμμές, για τρεις κατηγορίες απαιτήσεων: α) τις κατεξοχήν πολεμικές αποζημιώσεις για τα δεινά που προκάλεσε ο πόλεμος και η κατοχή στον ελληνικό λαό, β) τις ιδιωτικές απαιτήσεις των θυμάτων και των συγγενών τους και γ) το αναγκαστικό Δάνειο του 1942. Υπάρχουν βέβαια και άλλου είδους απαιτήσεις, όπως η αποζημίωση για τα κατοχικά μάρκα ή και άλλες ληστρικές πρακτικές των δυνάμεων κατοχής.

Το ύψος των κατεξοχήν πολεμικών αποζημιώσεων έχει υπολογισθεί σε 7.100.000.000 δολ. ΗΠΑ ονομαστικής αξίας του 1938, σύμφωνα με τη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων του 1946.
Οι ιδιωτικές απαιτήσεις, μετά την πρόσφατη απόφαση της Χάγης,    αναδεικνύεται εκ νέου σε διμερές διακρατικό πρόβλημα.

Περισσότερο προφανής είναι η περίπτωση του Αναγκαστικού Δανείου, ο ακριβής υπολογισμός του οποίου πρέπει να εκκαθαριστεί χωρίς άλλη καθυστέρηση από την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία άλλωστε διαθέτει όλα τα απαραίτητα στοιχεία.  Θέλω να υπενθυμίσω ότι και ως Υπουργός της Κυβέρνησης πριν από δυο χρόνια το έθεσα δημόσια. Και αν για τις αποζημιώσεις και τις απαιτήσεις το Ελληνικό Κράτος έρχεται επικουρικά να στηρίξει, το δάνειο αποτελεί κεντρικό του καθήκον. Ο περαιτέρω χειρισμός του δανείου πρέπει να συνυπολογισθεί με τις τρέχουσες δανειακές υποχρεώσεις της Χώρας μας έναντι της Γερμανίας. Είναι αδιανόητο, όσο υφίσταται η συγκεκριμένη εκκρεμότητα, η γερμανική πλευρά να επωφελείται από τόκους και τοκοχρεολύσια.

Σε αυτή τη διαδικασία ο Μανώλης παρέχει εκτός από νομικά και ισχυρά ηθικά επιχειρήματα.

Θα μου επιτρέψετε να προχωρήσω και να κλείσω αυτή την παρουσίαση   με μερικές σκέψεις γενικότερες που μου ενέπνευσε το διάβασμα του βιβλίου, η ατμόσφαιρα που αποπνέει και τα ντοκουμέντα που περιλαμβάνει.

Τα δεινά του Β' Παγκοσμίου Πολέμου κόστισαν στο λαό μας απώλειες που αγγίζουν το 13,5% του πληθυσμού του. Είναι η μεγαλύτερη αναλογία για κάθε χώρα που ενεπλάκη σε αυτό τον τρομερό πόλεμο. Είναι τρομερό να σκεφτεί κανείς ότι 600.000 άνθρωποι πέθαναν εξαιτίας της πείνας. Ένας μεγάλος αριθμός αμάχων εξοντώθηκε σε συλλογικά αντίποινα πρωτοφανούς αγριότητας. Πρόκειται για αθώους αμάχους. Αμέτρητοι οι τόποι της θυσίας και του Ολοκαυτώματος. Αν στη συνείδηση του γερμανικού έθνους δεν αποκατασταθεί ένα αίσθημα δικαιοσύνης, πολύ φοβούμαι ότι η ομιλία του Κομνηνού Πυρομάγλου στη Βουλή το 1959 για την υπόθεση Μέρτεν θ' αποδειχθεί προφητική. Η οικονομική κατάκτηση θα έχει απλώς αντικαταστήσει τη στρατιωτική κατοχή.

Η προφητεία τείνει να καταστεί αυτοεπιβεβαιούμενη. Στην κρίση που  
βιώνουμε και από την οποία πολύ δύσκολα θα βγούμε αποτυπώνεται όχι μόνο ένα ζήτημα οικονομικής εξάρτησης, αλλά ευρύτερα ζήτημα ταυτότητας του σύγχρονου ελληνισμού. Αποτυπώνονται μείζονα προβλήματα Δημοκρατίας και Εθνικής Κυριαρχίας. Τα θεωρώ αυτονόητα και δεν θα επεκταθώ, ούτε θα τα περιγράψω.

Ωστόσο εδώ υπάρχει πέρα από την εύκολη περιγραφή της Ελλάδας ως προτεκτοράτο, που κατά καιρούς κι εγώ χρησιμοποιώ, η ευρύτερη προοδευτική παράταξη και η Αριστερά να αναζητήσουν   το δρόμο του μέτρου και της ζυγοστάθμισης των επιλογών. Γιατί είναι δύσκολο να προσδιορίσει τις βαθμίδες ελευθερίας τους η χώρα. Αυτή η συζήτηση δεν είναι, δυστυχώς, στην ατζέντα και είναι η κρισιμότερη όλων σ' αυτή τη συγκυρία.

Και εδώ η ιστορική μνήμη είναι εξαιρετικά χρήσιμη. Ο απόλυτος μηδενισμός και η ισοπέδωση ενός ολόκληρου ιστορικού κύκλου που ξεκίνησε με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας και τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και έκλεισε με την είσοδο στην ΟΝΕ φέρνει κακά μαντάτα. Τα ολοκληρωτικά σύνδρομα δεν επανέρχονται πάντα ως ιστορική φάρσα. Ενίοτε καθίστανται πραγματικά μέσα στις συνθήκες της ύφεσης, της κρίσης και της φτωχοποίησης του λαού. Είμαι κατά της καινοφανούς θεωρίας των άκρων που επιχειρεί να ανασυστήσει μια ξεπερασμένη πόλωση. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η πραγματική αριστερά δεν έχει υποχρέωση να επανακαθορίσει τις σχέσεις της με τη Δημοκρατία.

Η Ελλάδα οφείλει να ξαναβρεί τον εθνικό της βηματισμό. Μ' αυτόν 
συνδέθηκε πάντοτε ο χώρος της δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης και της μεταρρυθμιστικής, ριζοσπαστικής και προγραμματικής αριστεράς. Είναι ένα στοίχημα που υπερβαίνει το σημερινό αδιέξοδο και απαιτεί άλλου τύπου διεργασίες. Εδώ φοβάμαι ότι τα κόμματα της Μεταπολίτευσης και όσα εξ αυτών δημιουργήθηκαν δεν έμειναν απλώς στάσιμα αλλά μοιάζουν εγκλωβισμένα. Το εθνικό και δημοκρατικό καθήκον συναντά την κοινωνική ανάγκη. Οι καιροί ου μενετοί.