ΠΑΣΟΚ

Ομιλία στο 9o Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ.

O Πρόεδρος τελειώνοντας την ομιλία του, χρησιμοποίησε ένα πολύ σημαντικό στίχο του Σεφέρη για το πώς μπορεί η ζωή να φέρει θαύματα, χαρακτηρίζοντας τη δυνατότητα που έχει το ΠΑΣΟΚ να κάνει ένα θαύμα. Συμφωνώ μαζί του. Φτάνει να συμπληρώσουμε τον τρόπο που γίνονται τα θαύματα. Να πούμε μαζί «συν Αθηνά και χείρα κίνει». Αλλιώς θαύμα δε μπορεί να γίνει. Αν  είμαστε αυτοί που μπορούμε ν’ ανεβάσουμε την Ελλάδα οφείλουμε ν’ ανέβουμε εμείς  πριν απ’ όλα. Αυτό επιβάλλει το συμφέρον του τόπου.

Μνήμη και Αμνησία

Φτάσαμε δίχως άλλο στο τέρμα μιας μεγάλης διαδρομής. Ένα τέρμα που ιστορικά και συγκυριακά συμπίπτει με το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Όχι μόνο για μας, αλλά και για την περιοχή μας, για την Ευρώπη, για όλο τον κόσμο. Μπροστά μας υψώνεται ένα

τεράστιο τείχος. Το ερώτημα είναι αν μας έχουν περισσέψει δυνάμεις για να το υπερβούμε. Αλλιώς, παραμονεύει το οριστικό μας τέλος. Εδώ και πολλά χρόνια μιλώ για τον κίνδυνο να μας ξεπεράσει η ιστορία, έτσι όπως πάμε. Αυτή τη φορά ο κόμπος έφτασε στο χτένι. Ή θ’ αναγεννηθούμε τώρα, ανασυγκροτώντας εκ βάθρων τον προοδευτικό και δημοκρατικό χώρο στην προοπτική μιας πραγματικής ανασύνταξης της χώρας, ή θα ζήσουμε το κύκνειο άσμα μιας παράταξης που κυριάρχησε για πάνω από 30 χρόνια  στη δημόσια ζωή. Ή θα υπερβούμε μαζί με τη χώρα το τείχος, ή θα μείνουμε πίσω και θα ενταφιαστούμε στα συντρίμμια που θ’ αφήσει η κρίση.

Αυτός ο τόπος ζει  χιλιάδες χρόνια .Η Ελλάδα έτσι κι αλλιώς θα το ξεπεράσει το τείχος. Θα διαβεί το Ρουβίκωνα μ’ εμάς ή και χωρίς εμάς. Μισοχρεοκοπημένη ή όχι, θα περάσει απέναντι. Αυτό είναι βέβαιο. Το χειρότερο είναι ότι κινδυνεύουμε να μην κλάψει για μας. Να θεωρηθούμε μια ασήμαντη κουκίδα στη διαδρομή των χιλιετιών της. Αυτό τον κίνδυνο δεν τον αντέχουν οι γενιές που έδωσαν τον εαυτό τους για έναν καλύτερο κόσμο. Όχι γιατί τον αρνήθηκαν ή τον απέρριψαν, αλλά γιατί ευαίσθητοι δέκτες όντας, γνωρίζουν καλά ότι «τα στερνά τιμούν τα πρώτα». Μαζί τους και η δική μας γενιά, που ξεκίνησε με όνειρο και θέληση ν’ αλλάξει τη ζωή της, να δώσει φτερά στην πατρίδα, να φέρει δικαιοσύνη και λύτρωση στο λαό, να ζήσει για πρώτη φορά τόσο ελεύθερα σε μια δημοκρατική πολιτεία

Δε μπορώ να μην αναφερθώ σ’ αυτό  το Συνέδριο στο τι απόμεινε σήμερα απ’ όλους αυτούς που είδαν τον παλιότερο αγώνα τους για δημοκρατία, ισότητα και δικαιοσύνη να δικαιώνεται αρχικά και τι απόμεινε απ’ αυτούς που άνοιξαν μετά τη δικτατορία τα πανιά των νέων αγώνων με το πείσμα και τη ζέση του ζηλωτή. Δεν είναι αριθμητικά λίγοι, δεν είναι ποιοτικά ολίγιστοι ούτε ευκαταφρόνητοι. Είναι όμως ακόμη αρκετοί σε ιδέες, ικανοί να δώσουν ζωή; Τους περίσσεψε δύναμη και αντοχή, τους έμειναν χαραμάδες ελπίδας για να δώσουν προοπτική σε μια γονατισμένη χώρα; Μπορούν πια ν’ ανοίξουν ξανά λαγούμια, να φτάσουν σ’ αυτούς που ακολούθησαν στην πορεία και σήμερα μας γυρίζουν την πλάτη; Μπορούν να μιλήσουν σ’ αυτούς που χωρίς μνήμη μεγαλώνοντας στη θαλπωρή και την ασφάλεια του μέχρι πρότινος ευδαιμονισμού μας δε μας αναγνωρίζουν καν; Μπορούν, το κυριότερο, ν’ αρθρώσουν γι’ αυτό, μια νέα γλώσσα στο έδαφος της νέας πραγματικότητας ξεπερνώντας τις παλιές τους ιδεοληψίες, αλλά κρατώντας τη μήτρα των αξιών που γαλουχήθηκαν; Αν ναι, η ανασύσταση του ΠΑΣΟΚ έχει νόημα κι ελπίδα.

Δε σας κρύβω, έχω ανάμικτα συναισθήματα. Από τη μια μεριά γιατί ναι, αυτή η παράταξη έχει μνήμη, γιατί 100.000 και πλέον άνθρωποι συνέρρευσαν ξεπερνώντας κάθε προσδοκία για να εκλέξουν αντιπροσώπους σ’ αυτό το Συνέδριο. Κι από την άλλη, γιατί εμείς εδώ δείχνουμε να έχουμε και αμνησία. Γιατί, επαναλαμβάνουμε  τις πρακτικές της Νεολαίας του 1998 και του 2004. Γιατί, ενώ η χώρα είναι γονατισμένη, γίνεται το Συνέδριο ένας διαγκωνισμός εσωκομματικών χαρακωμάτων. Ναι, είναι η μνήμη που έχουμε και που είναι η δύναμή μας κι είναι η αμνησία που μας καταλαμβάνει ως ένα κόμμα του κράτους και του κυβερνητισμού, ένα κόμμα των αξιωματούχων. Όπως  καταντήσαμε το ΠΑΣΟΚ εδώ και πολλά χρόνια  και όχι μόνο τους τελευταίους μήνες.

Ακούω όλη αυτή τη συζήτηση για τον πόλεμο των γενεών. Ποιων γενεών; Των γενεών που ξεκίνησαν και που γέννησαν επίορκους; Των γενών που ακολούθησαν και που συνδέθηκαν  αξεδιάλυτα με τα κέντρα και τα παράκεντρα της εξουσίας; Των γενεών που κατέληξαν να γίνουν απομιμήσεις του κλώνου, που έλεγε χτες ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, της κλωνοποίησης των κακών της παράταξης; Των απερίγραπτων λαθρεπιβατών της κάθε φορά εξουσίας μας;  Ποιων γενεών, σύγκρουση και γιατί; Εδώ πρέπει να ξαναδούμε τον εαυτό μας. Γιατί, όπως ξεκινούσαμε τότε, πρέπει να ξεκινήσουμε ξανά σήμερα.  Όχι στον ίδιο δρόμο, αλλά με τις ίδιες αξίες. Αυτές της  μήτρας  που μας γέννησε. Αλλά με τις λέξεις, τις ιδέες, τους στόχους, που θα κινητοποιήσουν τους σημερινούς 20άρηδες και 25άρηδες. Αυτούς που αποτελούν τη νέα γενιά που μεγάλωσε μ’ εμάς, έμαθε μ’ εμάς και μας απέρριψε. Αυτούς πρέπει να βγάλουμε  μπροστά, όπως έβγαλε μπροστά ο Ανδρέας Παπανδρέου το ’74, το ’77, τη γενιά του Πολυτεχνείου, ενώ γινόταν όλη αυτή η συζήτηση για το ποιοι θα κατέβουν από την παλιά Ένωση Κέντρου στις εκλογές που ακολούθησαν την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ. Το να έρθει σήμερα η νέα γενιά στο προσκήνιο της ιστορίας γίνεται συνώνυμο της νέας Μεταπολίτευσης.

Μόνο έτσι η νίκη μας δεν θα είναι νίκη αυριανή, μιας κυβέρνησης, στην εποχή της κρίσης. Θα είναι νίκη μιας παράταξης που αναγεννάτε για να δώσει τα ηνία σε μια νέα γενιά. Μια γενιά που δεν έχει μεγαλώσει στους διαδρόμους των υπουργείων ούτε στους εσωκομματικούς συσχετισμούς.

Με αυτές τις σκέψεις, αγαπητοί μου συντρόφισσες και σύντροφοι, θέλω να θέσω τέσσερα ερωτήματα και να απαντήσω.

Πρώτο ερώτημα: Τι κόμμα είμαστε;

Όχι θεωρητικά, όχι ως διακήρυξη. Ο καθένας μπορεί να γράψει ένα ωραίο κείμενο. Δεν υπάρχει πιο εύκολο πράγμα από το να λες ότι είσαι σοσιαλιστής, πατριώτης, δημοκράτης. Δεν μπορεί να υπάρξει ταυτότητα, εάν καταργήσουμε την ιστορία μας, εάν η Μεταπολίτευση δεν αποκατασταθεί όχι στο σύνολό της, αλλά ως  μια εποχή προόδου για τη χώρα.

Μιλάμε για την πολιτική που ασκούμε τα τελευταία χρόνια. Αυτή η πολιτική δεν ξεκίνησε τώρα. Το 1992, όταν συζητιόταν το Μάαστριχτ στη Βουλή, ο Ανδρέας Παπανδρέου έκανε μια μνημειώδη ομιλία. Θεωρούσε από τότε ότι το Μάαστριχτ αποτελούσε ένα ιστορικό συμβιβασμό ανάμεσα στις συντηρητικές δυνάμεις που κυριαρχούσαν, κάτω από την επήρεια του 1989. Που προέβλεψε από τότε τη «Γερμανική Ευρώπη», την απόκλιση, το δημοσιονομικό εκτροχιασμό, την έλλειψη των κοινοτικών πόρων και έλεγε ότι έπρεπε να δώσουμε μεγάλη μάχη αν θέλουμε να επιβιώσουμε σε μια άνισα αναπτυσσόμενη Ευρώπη.

Η μάχη δόθηκε σε δυο επίπεδα. Το ένα επίπεδο ήταν η Ευρώπη. Κυριάρχησαν μετά οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, κέρδισαν την οικονομική Ένωση και μπήκαμε στο ευρώ και στην ΟΝΕ. Η άλλη μάχη ήταν η μάχη για την εσωτερική ανασυγκρότηση της χώρας. Εκεί, πέρα από τους μακροοικονομικούς στόχους και τα κριτήρια του Μάαστριχτ δεν πετύχαμε πολλά πράγματα. Οι προϋποθέσεις και οι όροι δεν έφεραν την αναγκαία θεσμική και παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Μέσα σε κλίμα  θριάμβου του νεοφιλελευθερισμού, οι σοσιαλδημοκρατικές ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν μπόρεσαν να δώσουν συνολική εναλλακτική λύση. Έτσι η  Ελλάδα στην ίδια κρίσιμη περίοδο ενώ πέτυχε τους μεγάλους εθνικούς της στόχους δεν κατάφερε να κάνει την εσωτερική της ανασυγκρότηση.

Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Όταν ήρθε η κρίση μας βρήκε άοπλους. Σήμερα πρέπει να ξαναποφασίσουμε. Μεταλλαχτήκαμε; Γίναμε ένα Δεξιό Κόμμα; Είμαστε συντηρητική δύναμη πια; Πρέπει θεωρητικά να αποδείξουμε ότι οι αξίες για τις οποίες παλέψαμε ήταν έπεα πτερόεντα; Όχι. Έχουμε κάνει ένα συνειδητό ιστορικό συμβιβασμό με τα λάθη μας και τις παραλείψεις μας, αλλά παραμένουμε ένα Κόμμα της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατικής Αριστεράς, ένας φορέας που πρέπει να δώσει ξανά και στη νέα εποχή τη νέα Μεταπολίτευση, μια νέα διέξοδο για τη χώρα. Να χαράξει ένα νέο δρόμο για να ζήσει τα επόμενα χρόνια ο τόπος και ο λαός μας. Το ΠΑΣΟΚ δεν προόρισται να ζήσει μόνο μέχρι το τέλος της κρίσης. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμά της πρέπει να έχει ορίζοντα πολύ πέρα από αυτήν. Αλλιώς, δεν έχει νόημα να υπάρχουμε ως Παράταξη, ως Κίνημα, που πρεσβεύει ιδέες και επαγγέλλεται τις αλλαγές που σήμερα έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία.

Δεύτερο ερώτημα: ποια είναι η στρατηγική μας.

Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο δικομματισμό. Εγώ δεν θα είχα κανένα πρόβλημα να είναι το ΠΑΣΟΚ πρόσκαιρα μικρό. Έχω πρόβλημα, βέβαια, εάν εμπεδωθεί στη χώρα ένας νέος διχασμός. Εάν το «νόμος και τάξη» της Νέας Δημοκρατίας συνοδεύεται από πλήρη περιθωριοποίηση της Βουλής και από το κράτος της Δεξιάς που ξαναχτίζεται στην πράξη. Εχω πρόβλημα αν ονειρεύονται να επαναλάβουν ως ιστορική καρικατούρα  τις αρχές του ’50 και το Συναγερμό του Παπάγου για να επιβάλλουν μακρόχρονη κυριαρχία της Δεξιάς. Έχω πρόβλημα με τον αριστερό λαϊκισμό του ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί δεν μπορεί σε αυτή την κρίσιμη στιγμή να προτείνεις τυχοδιωκτικά πράγματα για τη χώρα. Δεν μπορεί τελικά το κράτος από τη μια, η τρομοκρατία από την άλλη, να δημιουργούν κοινωνία φόβου, βίας και εκφασισμού στη δημόσια ζωή και στην κοινωνική ζωή της χώρας.

Θέλω να σας πω, λοιπόν, ότι όπως τότε, το 1977, ξεκινώντας με την εθνική λαϊκή ενότητα ενώσαμε το λαό, ενώσαμε τα διεστώτα, μπήκαμε ανάμεσα στους δυο πόλους του διχασμού και δώσαμε απάντηση, μια νέα ιστορική σύνθεση που οδήγησε την Ελλάδα μπροστά, το ίδιο πρέπει να κάνουμε και σήμερα. Είμαστε εκτός από δύναμη ευθύνης και – κυρίως -  δύναμη εθνικής ενότητας απέναντι στο διχασμό. Δύναμη που ενώνει το λαό ξανά για να  πορευτεί η χώρα μπροστά.

Η στρατηγική της εθνικής συνεννόησης είναι απαραίτητη αν θέλουμε να υπάρχει η νέα Μεταπολίτευση. Όλα τα άλλα έπονται γιατί δεν είναι τι προγράμματα έχεις, είναι τι πολιτικές υπηρετείς. Δεν είναι μονάχα τι γράφεις στα κείμενα, είναι πως εφαρμόζονται αυτά. Και όταν πρόκειται να  εφαρμοστούν στην κοινωνία, με τις κοινωνικές δυνάμεις και τον λαό τα πράγματα δυσκολεύουν. Είναι στόχοι που δεν μπορούν να υλοποιηθούν από κάποιους αξιωματούχους που έχουν μάθει στο κράτος και στην Κυβέρνηση και δεν βλέπουν τίποτε άλλο πέρα από την καρέκλα τους.

Η εθνική ενότητα απέναντι στο νέο διχασμό θα πρέπει να είναι η στρατηγική μας από εδώ και πέρα.

Τρίτο ερώτημα:  ποια είναι η νέα εθνική επαγγελία;

Το 1974 ο Ανδρέας  Παπανδρέου κάλεσε τον λαό να στρατευτεί κάτω από  μια εθνική επαγγελία, που αφορούσε τη συνολική κίνηση της κοινωνίας προς τα μπρος,  τις  μεγάλες  αλλαγές  που είχε ανάγκη ο τόπος. Την επίτευξη εθνικών και πανδημοκρατικών δικαιωμάτων. Χρειαζόμαστε και  σήμερα η εθνική ενότητα να στηριχθεί πάνω σε μια νέα εθνική επαγγελία. Ποια είναι αυτή η εθνική επαγγελία; Δεν μπορεί να είναι θεωρητική κατασκευή, δεν μπορεί να είναι ένας  ιδεατός σοσιαλιστικός μετασχηματισμός, δεν μπορεί να είναι ιδέες που γράφονται έξω από τη σύγχρονη πραγματικότητα της κρίσης. Ισχυρίζομαι ότι η εθνική επαγγελία είναι ένα καινούργιο τρίπτυχο:

      Έθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης
      Αναθεώρηση των δυσμενών όρων του Μνημονίου
      Τέρμα στη Φτωχοποίηση

Ο πρώτος άξονας του τρίπτυχου είναι το εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης της χώρας. Δηλαδή, τι πρέπει να γίνει ακριβώς σήμερα για να βγει η Ελλάδα από την κρίση και να έχει μια μόνιμη και διαρκή ανάπτυξη, τι πρέπει να γίνει σήμερα για να ξεπεράσει αγκυλώσεις, οπισθοχωρήσεις και καθυστερήσεις των προηγούμενων δεκαετιών. Εκεί που χάσαμε, εκεί πρέπει να κερδίσουμε, αν θέλουμε να υπάρχει έξοδος της χώρας από την κρίση γρήγορα. Ο δεύτερος άξονας είναι η αναθεώρηση των δυσμενών όρων του μνημονίου και ο τρίτος άξονας είναι να θέσουμε τέρμα στη φτωχοποίηση, στον κατήφορο που φέρνει τη φτωχοποίηση της χώρας και του λαού.

Πρώτα απ’ όλα υπάρχει η προσπάθεια ανασυγκρότησης, της χώρας. Το καίριο ζήτημα είναι η ανάπτυξη, όχι με την έννοια που την περιγράφουμε μόνο -γιατί αν δείτε τα κείμενα των Κομμάτων όλοι για τους ίδιους στόχους μιλάνε, για την ίδια ανάπτυξη μιλάνε- αλλά των όρων και των προϋποθέσεων για να γίνει ανάπτυξη. Δεν μπορεί  για παράδειγμα να υπάρχει μια αξιόπιστη εξουσία που βλέπει το λαθρεμπόριο του πετρελαίου, μιλά συνεχώς για νέα φορολογικά μέτρα και δεν μπορεί να βάλει δυο ελεγκτές στα τρία διυλιστήρια που υπάρχουν να μετράει το πετρέλαιο που βγαίνει έξω και να επιβάλλει τον φόρο. Ποια ανάπτυξη; Πως θα υπάρξει αν είναι με δυο μέτρα και δυο σταθμά;

Στη συνέχεια είναι η τύχη του Μνημονίου. Δεν μπορεί σήμερα όλοι να παραδέχονται ότι η συνταγή που επέβαλλε η τρόικα είναι μια συνταγή που έχει κενά, είναι λάθος και δεν εφαρμόζεται και εμείς να επιμένουμε στην κατά γράμμα εφαρμογή του. Από την άλλη μεριά, έρχεται ο ΣΥΡΙΖΑ και   μιλά τυχοδιωκτικά για καταγγελία της σύμβασης, που οδηγεί προφανώς σε περιπέτεια τη χώρα.  Ταυτόχρονα, υπάρχουν οι ευρωπαϊκές εξελίξεις που ανοίγουν  ευρύτατα περιθώρια διαμόρφωσης νέων συσχετισμών. Και σε όλα αυτά εμείς να λέμε «δεν μπορούμε να πάρουμε ένα ποτήρι νερό και  να το πάμε μια ίντσα πιο πέρα». Μια πραγματικά ενωμένη Ελλάδα με την καταλυτική δυναμική της εθνικής συνεννόησης μπορεί να διεκδικήσει  την  αναθεώρηση του Μνημονίου εκτός από τους  εξωτερικούς  όρους του που είναι γνωστοί και για τους εσωτερικούς τους όρους. Για μια νέα σύνθεση πολιτικών.

Εδώ είναι το τεράστιο θέμα της δραματικής φτωχοποίησης  που υφίσταται η χώρα. Θα το πω καθαρά και σταράτα: Δεν υπάρχει  ΠΑΣΟΚ που συγκυβερνά και συμβιβάζεται με 2 εκατ. ανέργους και τους μισούς Έλληνες φτωχούς. Πρέπει να υπάρξει σήμερα  μια απάντηση, όχι λαϊκίστικη «σας τάζουμε λαγούς και πετραχήλια» αλλά πολύ συγκεκριμένη: Να προσδιορίσουμε βήμα με βήμα,  και να αλλάξουμε την κατανομή των βαρών. Επομένως, η φορολογική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να είναι μονάχα ένα καλύτερο σύστημα, αλλά να πιάνει, όπως λέει ο Πρόεδρος, και η γάτα το ποντίκι, την τεράστια φοροδιαφυγή, αν θέλουμε να μιλάμε για ανακούφιση των λαϊκών στρωμάτων.  Επιπλέον, δεν μπορούμε όλοι να παραδεχόμαστε ότι δεν αντέχει άλλα μέτρα η χώρα και να μην μπορούμε εμείς να ψηφίσουμε, σε αυτό το συνέδριο, ότι το ΠΑΣΟΚ δε θα ψηφίσει άλλα μέτρα. Αυτή είναι η κόκκινη γραμμή μας. Δεν θα ψηφίσουμε άλλα μέτρα. Νομίζω ότι είναι η βασική πολιτική απόφαση που πρέπει να πάρει το συνέδριο.

Τέταρτο ερώτημα: Ποια είναι η σχέση μας με την Κυβέρνηση;

 Επειδή όλοι εδώ, οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ, γνωριζόμαστε και μπορούμε εύκολα να κατασκευάζουμε ιδεολογικούς και πολιτικούς αντιπάλους, έχει «βγει» πως  ο Σκανδαλίδης λέει "να αποχωρήσουμε από την Κυβέρνηση».

Δεν είπα ποτέ να αποχωρήσει το ΠΑΣΟΚ από την Κυβέρνηση ή χειρότερα να τη ρίξει. Η γνώμη μου είναι απλή. Υπάρχει
η εθνική στρατηγική που περιέγραψα. Με βάση αυτό το τρίπτυχο να ζητήσουμε - το πρότεινα από την συζήτηση για τον προϋπολογισμό - επικαιροποίηση της συμφωνίας. Το ζήτησε ο Πρόεδρος, να το αποφασίσει και το συνέδριο. Με βάση αυτή τη συμφωνία, να στεκόμαστε απέναντι στην Κυβέρνηση, δίνοντας ψήφο εμπιστοσύνης, αλλά ταυτόχρονα να μπορούμε σε ότι αντιβαίνει στην εθνική στρατηγική ή σε ότι παραβιάζει την προγραμματική συμφωνία, να λέμε όχι. Κι αν επιτέλους συγκυβερνούμε, όταν κατεβάζουμε μια απλή πρόταση για τις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού και μάλιστα σαν τροπολογία σε ένα νομοσχέδιο, έχω την απαίτηση ο κ. Σαμαράς να την αποδέχεται και να τη ψηφίζει. Όχι να την απορρίπτει και εμείς να λέμε ότι συγκυβερνούμε.

Αυτά τα απλά πράγματα ζητώ να επανακαθοριστούν. Ζητώ να μην μπαίνουμε στην καθημερινή διαχείριση και να παίρνουμε όλο το βάρος της ανακατασκευής του κράτους της Δεξιάς. Μακάρι, η Νέα Δημοκρατία να έβαζε μυαλό, να γινόταν μια αξιοκρατική δύναμη, μια δύναμη που δίνει σοβαρές απαντήσεις, αλλά βλέπω πάλι ποσοστά, διορισμούς, διαδικασίες συναλλαγής, πράγματα που γίνονται παντού. Και βέβαια ζούμε μια Κυβέρνηση που κυβερνά με πράξη νομοθετικού περιεχομένου, που περιφρονεί την Βουλή, που δεν προχωρεί ακόμα καμία διαρθρωτική αλλαγή, που καρκινοβατεί. Δεν είναι αυτό μια εξουσία που μας ταιριάζει, είμαστε προοδευτική δύναμη. Κλείνοντας  γι’  αυτό, πιστεύω ότι πρέπει και  μπορούμε να απαιτήσουμε μια νέα σχέση και αυτή τη σχέση πρέπει να επικυρώσουμε σήμερα με την απόφασή μας.

Για την Κεντροαριστερά.

Θέλω να είμαι σαφής. Οφείλουμε να δημιουργήσουμε ένα αυτόνομο προοδευτικό δημοκρατικό πόλο στο χώρο της Κεντροαριστεράς και όχι συγκόλληση φορέων και επίδοξων Αρχηγών. Ένας πλειοψηφικός  φορέας με προοπτική που θα αναλάβει τη μεγάλη αλλαγή στη χώρα. Πολιτικά θα ενώσει τις κατακερματισμένες δυνάμεις του χώρου. Κοινωνικά θα ενώσει τις παραγωγικές εκσυγχρονιστικές και δημιουργικές δυνάμεις πάνω στο νέο σχέδιο και τη νέα στρατηγική εθνικής ενότητας. Χρειαζόμαστε ένα φορέα που πρέπει να πάρει τη μορφή μιας Ανοιχτής Πολιτικής Κοινότητας.

Αυτό γίνεται σε δύο επίπεδα, τόσο σε διάλογο κορυφής  με όρους πολιτικής συνεργασίας, όσο και σε επίπεδο  βάσης με τις κοινωνικές δυνάμεις που οφείλουμε να εκφράσουμε. Κι αυτό γιατί αν δεν υπάρξει από τα κάτω όσμωση και συσπείρωση δυνάμεων στο νέο φορέα, τον μεγάλο, τον πλειοψηφικό της Κεντροαριστεράς, ότι και να κάνουμε δε θα πετύχει. Δεν μπορούμε να περιοριστούμε σ’αυτούς που διεκδικούσαν εξουσίες το ΄81, το ΄85 και το ΄89 και ισχυρίζονταν ότι είναι  πάντα το νέο, ενώ έχουν παλιώσει στην πολιτική ζωή της χώρας. Αυτό  είναι έξω από τη φύση του λαϊκού και προοδευτικού κινήματος.

Κατά συνέπεια στόχος είναι η προγραμματική σύγκλιση και εκλογική σύμπραξη, με όρους κοινωνίας. Και παράλληλα  διάλογος κορυφής για να υπάρξει αυτή η σύγκληση. Πάνω απ’ όλα ανοιχτή η πόρτα σε όλες τις δυνάμεις και τις λαϊκές βάσεις των προοδευτικών και δημοκρατικών δυνάμεων και του κοινοβουλευτικού τόξου. Όχι συνεργασίες προς μια κατεύθυνση αλλά προς κάθε προοδευτική κατεύθυνση, μηδέ της βάσης του ΣΥΡΙΖΑ εξαιρουμένης, στην προοπτική της  Κυβερνώσας Αριστεράς. Αυτή είναι το μέλλον. 

Για  το κόμμα.

Έχω μια άποψη, την οποία έχω διατυπώσει πολλές φορές. Στη βάση της κακοδαιμονίας μας  είναι ότι είμαστε «αρχηγικό κόμμα». Το ΠΑΣΟΚ κατέβαλε τρομακτική προσπάθεια τη δεκαετία του ΄80 και μετά, για να φτάσει σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό φορέα. Έφτιαξε όργανα, προχώρησαν με εμπόδια, έγιναν σημαντικά βήματα και  για μια μεγάλη περίοδο, μέχρι και την πρώτη τετραετία του Κώστα Σημίτη, συνεχίστηκε αυτή η προσπάθεια. Από το 2001 και με αφορμή το ασφαλιστικό άρχισε να αποσαθρώνεται η δομή του κόμματος, να σταματά ο πολιτικός διάλογος, να αναζητούνται νέες ηγετικές ομάδες. Άρχισε  το ΠΑΣΟΚ να απομακρύνεται από την κοινωνία τελείως. Και φτάσαμε στον τρόπο που γίνανε οι αλλαγές μετά το 2004, σε ένα κίνημα όπου ήταν δυο πόλοι: Ο Αρχηγός και ο Λαός.

Αυτό πρέπει να ανατραπεί. Δεν υπάρχει ο αρχηγός και ο λαός. Υπάρχει δομή, υπάρχει λειτουργία, υπάρχει συλλογικότητα. Υπάρχουν άνθρωποι που συζητάνε, που σκέφτονται, που συνθέτουν απόψεις. Δεν έχω να χωρίσω τίποτε με κανέναν εδώ μέσα, δεν έχω να χωρίσω τίποτε με κανένα φιλόδοξο αρχηγό, καμιά  τάση,  ή όμιλο ιδεών στο ΠΑΣΟΚ. Έχουμε διαφορετικές ιδέες που πρέπει να τις συνθέσουμε αν έχουμε τις ίδιες αξίες και τους ίδιους στόχους. Το θέμα είναι ότι σταματήσαμε να συζητάμε, να παίρνουμε αποφάσεις. Κι άμα λείπουν οι αποφάσεις έρχονται οι καρέκλες κι άμα οι καρέκλες δε φτάνουν για όλους παίζουμε ξύλο με τις καρέκλες. Όχι, να σταματήσει κάποτε αυτή η διαδικασία, γιατί γύρω από τους αρχηγούς αναφύονται όλα τα εξωθεσμικά κέντρα, τα οποία διαχειρίζονται την υπόθεση της εξουσίας και έφεραν το ΠΑΣΟΚ στη θέση του κόμματος των αξιωματούχων και στον εκφυλισμό που υπεστήκαμε τα τελευταία χρόνια.

Πιστεύω πως ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ  δεν έχει ανάγκη ούτε από φύλακες, ούτε από προστάτες. Έχει ειλικρινή διάθεση για ένα πραγματικά Συντακτικό Συνέδριο, έχει ειλικρινή διάθεση να αλλάξει τα πράγματα, να αλλάξει άρδην τις δομές. Είναι κρίμα, γιατί χάσαμε πολλούς μήνες. Η διαδικασία που προηγήθηκε δεν οδήγησε σε ένα Συντακτικό Συνέδριο. Δεν είναι συντακτικό ένα συνέδριο όταν οι δομές του παραμένουν σχεδόν οι ίδιες, όταν οι εξουσίες δεν διαχέονται, όταν δεν υπάρχει ανατροπή από τα κάτω. Όταν, εντέλει, δεν αφήσαμε τον κόσμο που μας έμεινε και που ψήφισε το ΠΑΣΟΚ να κινηθεί μέσα από διαδικασίες αυτοοργάνωσης και να φέρει εδώ την έκφραση της δύναμής και της θέλησής του. Αν δε γίνει αυτό, ανασύνταξη δεν είναι νοητή.

Μπορεί όμως να γίνει αφετηρία αυτό το Συνέδριο. Να εκλέξει ένα όργανο, που θα έχει τη δύναμη να πάρει την εξουσία από τον Πρόεδρο και να προχωρήσει έστω και τώρα σ’ αυτό που δεν κάναμε. Και ο ίδιος ο Πρόεδρος  να εγγυηθεί μια πραγματική ανατροπή του αρχηγικού κόμματος και να το μετασχηματίσει σε ένα δημοκρατικό κόμμα. Πιστεύω ότι αυτή η αλλαγή θα μας βρει όλους συμμέτοχους. Δεν καταγγέλλει κανείς τις προθέσεις. Οι δομές όμως παράγουν και τα πρόσωπα  και τις πολιτικές. Οι πολιτικές, λοιπόν, πρέπει να ξαναέρθουν στο προσκήνιο, οι ιδέες να βγουν μπροστά και η μάχη που θα δώσουμε να είναι μάχη βλέποντας τον ήλιο κι όχι ζώντας στη σκιά. Αυτό το ΠΑΣΟΚ μπορούμε να το φτιάξουμε, ξεκινώντας από δω σήμερα. Αυτό το ΠΑΣΟΚ μπορούμε να το χτίσουμε από την αρχή, για να ξαναξεκινήσει έναν ιστορικό κύκλο που θα οδηγήσει τη χώρα εκεί που της αξίζει και τους Έλληνες στη ζωή που τους αξίζει. Σας ευχαριστώ.