Βουλή

Ομιλία στη Βουλή για τον Προϋπολογισμό


Πως φθάσαμε ως εδώ


Εδώ και τρία χρόνια η χώρα βιώνει μια συγκλονιστική κρίση χρέους. Στην αρχή αυτής της κρίσης, τι πιο φυσιολογικό, η κυβέρνηση ζήτησε τη συνδρομή των εταίρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πρώτο μνημόνιο φάνταζε τότε η μόνη λύση για την απρόσκοπτη χρηματοδότηση της χώρας και την αποφυγή μιας άτακτης χρεωκοπίας. Ήταν άλλωστε θεμελιώδης προϋπόθεση για την εκδήλωση της διεθνούς και κοινοτικής αλληλεγγύης. Για να είμαστε ειλικρινείς, σε εκείνο το στάδιο υποτιμήθηκε το βάθος της κρίσης και παραγνωρίστηκε το υφεσιακό αποτέλεσμα της λιτότητας. Κι όμως, έπρεπε να το γνωρίζουμε. Καμιά δημοσιονομική κρίση δεν ξεπεράστηκε μόνο με λιτότητα και ανελέητη φτωχοποίηση του λαού. Το πρώτο μνημόνιο απέτυχε όχι μόνο γιατί εμείς δειλιάσαμε μπροστά σε αυτονόητες εδώ και χρόνια μεταρρυθμίσεις και διαρθρωτικές αλλαγές, αλλά γιατί ουσιαστικά διέλυε κάθε δυνατή ευκαιρία ανάκαμψης.

Όταν το πρώτο μνημόνιο απέτυχε, ήρθε το δεύτερο. Είτε μας αρέσει είτε όχι, το δεύτερο μνημόνιο έθετε για πρώτη φορά στο χειρισμό της κρίσης χρέους πολιτικά ζητήματα «το κούρεμα» κατά 100 δισεκατομμύρια και το PSI. Το εγχείρημα ήταν πρωτοφανές. Αν σε εκείνη τη χρονική στιγμή είχε συνοδευτεί από ένα  «λελογισμένο» πακέτο αναπτυξιακής ρευστότητας, ίσως να είχαμε μια ευπρόσωπη, επώδυνη μεν, αλλά ευπρόσωπη λύση. Η δογματική αγκύλωση των πιστωτών μας στη λιτότητα, σκότωνε την οικονομία και εξαθλίωνε το λαό.

Το ΠΑΣΟΚ σ' αυτήν την πορεία κατέβαλε βαρύ τίμημα. Στο βαρύ τίμημα συνυπολογίζω και το σχηματισμό της Κυβέρνησης εθνικής ευθύνης. Είναι δικός μου  ιστορικός συμβιβασμός. Μικρό το κακό, εάν επρόκειτο να σωθεί η χώρα.

Γιατί έγιναν οι εκλογές

Έχω επανειλημμένα αναρωτηθεί: Γιατί άραγε έγιναν οι εκλογές; Απλώς για να αντικατασταθεί ο κ. Παπαδήμος από τον κ. Σαμαρά; Οι εκλογές και μάλιστα διπλές έγιναν για να σταθεί όρθια η χώρα και να αλλάξει, να αναθεωρηθεί το πρόγραμμα εξόδου από την οικονομική κρίση. Όλα ανεξάρτητα τα κόμματα που κατήλθαν στις εκλογές, ακόμα και αυτά που στήριξαν τις πολιτικές επιλογές της τελευταίας περιόδου, αναγνώριζαν ότι το μείγμα πολιτικής που επέβαλαν τα μνημόνια εγκαθιστούσε μακροχρόνια και διαρκώς αυξανόμενη ύφεση, η οποία δεν θα επέτρεπε να καταστεί βιώσιμο το δημόσιο χρέος.
Η προγραμματική συμφωνία της τρικομματικής κυβέρνησης διατυπώθηκε για να εκφράσει ακριβώς αυτήν την ανάγκη. Υιοθετήθηκε εξ' ολοκλήρου από τον Πρωθυπουργό, ο οποίος συμπεριέλαβε το κείμενο στις προγραμματικές του δηλώσεις. Και μάλιστα θα προχωρούσε αμέσως στις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές που θα διασφάλιζαν τόσο τη δίκαιη κατανομή των βαρών όσο και τον αναπτυξιακό συναγερμό στον οποίο όλοι ορκιζόμαστε.

Στις εβδομάδες που ακολούθησαν ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έγκαιρα και συγκεκριμένα έθεσε τους όρους της διαπραγμάτευσης και τις προϋποθέσεις κατά τις οποίες το πακέτο των μέτρων θα μπορούσε να αποδειχθεί οριστική και βιώσιμη λύση.

Πέντε μήνες μετά τι βλέπουμε;
Τις εκλογές να μοιάζουν μακρινή και θολή ανάμνηση και οφθαλμαπάτη στη συνείδηση του λαού.
Την προγραμματική συμφωνία να μένει στα αζήτητα ως μηδέποτε συναφθείσα.
Τις προϋποθέσεις που θα καθιστούσαν βιώσιμο το χρέος και το πρόγραμμα οριστικής εξόδου από την κρίση να μετατρέπονται σε κενό γράμμα.
Τις διαρθρωτικές αλλαγές να περιορίζονται σε κάποια ανέξοδα ψήγματα λαϊκισμού την ίδια στιγμή που το κράτος κυβερνάται με τον παλιό, γνωστό, παραδοσιακό τρόπο ως λάφυρο εξουσίας.

Το τρίτο μνημόνιο


Το τελευταίο μνημόνιο είναι κοινό μυστικό, ακόμα και για τους εμπνευστές του ότι δεν αποτελεί λύση. Ούτε το χρέος καθιστά βιώσιμο, ούτε στα βάσανα του λαού μας θέτει ένα όριο.

Οι υποστηρικτές του υπαινίσσονται ότι προϋπόθεση για ένα επόμενο στάδιο, το οποίο όλοι παραδέχονται ότι είναι αδύνατον να ανοίξει πριν τις γερμανικές εκλογές, το Σεπτέμβριο του 2013. Αποτελεί επαίσχυντη επιλογή της γερμανικής κυβέρνησης να διατυμπανίσει προς τους γερμανούς ψηφοφόρους  έναν ανάλγητο λαϊκισμό: την κυνική και εξοντωτική τιμωρία ενός λαού, αφού πρώτα συκοφαντηθεί ασύστολα και κυρίως άδικα. Αυτό το βαρύ κλίμα ζούμε τόσο καιρό.

Και ύστερα από όλα αυτά, ο κύριος Πρωθυπουργός, υπόσχεται ανάπτυξη και νέες θέσεις εργασίας πάνω στα αποκαΐδια. Φυσικά ένα είδος ανάπτυξης κάποτε θα υπάρξει. Όμως, τα προχθεσινά μέτρα προσδιορίζουν με σαφήνεια τι είδους ανάπτυξη θα μπορούσε να υπάρξει. Θα πούμε, λοιπόν, στην ελληνική οικογένεια που μάτωσε για να σπουδάσει το παιδί της, ότι τα πτυχία, τα μεταπτυχιακά και τα διδακτορικά δεν θα μας χρειαστούν. Ότι τα παιδιά μας, όσα παραμείνουν ή αναγκαστούν να παραμείνουν στη χώρα, θα εργάζονται ως ανειδίκευτοι εργάτες χωρίς εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα και αυτό, όποτε βρουν δουλειά και μισθούς φτώχειας και εξαθλίωσης. Θα τους πούμε ότι η επένδυσή τους στο μέλλον ήταν μια αποτυχία, γιατί το πολιτικό προσωπικό της χώρας αποδέχθηκε να γυρίσουμε στο επίπεδο των μεταλλωρύχων του Λαυρίου του 19ου αιώνα.
Είναι κρίμα, γιατί τα μέτρα καθιστούν με τρόπο βίαιο την Ελλάδα χώρα φθηνής εργασίας, απαξιωμένης περιουσίας, μηδενικής αντίστασης απέναντι στο νέο οικονομικό imperium και την κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.
Εμείς που ξεκινήσαμε κάποτε και δεν ήμασταν καμία «φούσκα», δεν φανταστήκαμε μια χώρα γονατισμένη και φόρου υποτελές στο διηνεκές, χωρίς έμπρακτη εγγύηση ότι θα αλλάξουν τα πράγματα σε έναν ορατό ορίζοντα.

Δεν ψηφίζω τα μέτρα


Ε, λοιπόν, ως εδώ. Η κυριαρχία του λαού και του έθνους, η  ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και κυρίως η νίκη της πολιτικής απέναντι σε δογματικούς νεοσυντηρητικούς και ανάλγητους τοκογλύφους, μπορούν να δώσουν τη λύση. Χρειαζόμαστε πραγματική και επίπονη διαπραγμάτευση και όχι ένα υποκριτικό πρόσχημα διαπραγμάτευσης.
Αυτό το μήνυμα επιχείρησα να στείλω με τη στάση μου στην ψηφοφορία για το τελευταίο μνημόνιο.
Δεν ψήφισα τα μέτρα.
Δεν ταυτίζομαι άλλο με το λάθος που μαραζώνει την οικονομία και συντρίβει την κοινωνία.
Δεν προσχωρώ σε εύκολους λαϊκισμούς διαπραγματευόμενος στο παρασκήνιο την πολιτική μου επιβίωση.
Και βέβαια, δεν απείλησα την κυβερνητική σταθερότητα.

Ο Προϋπολογισμός και η επόμενη μέρα

Και εδώ οφείλω μια εξήγηση στη Βουλή των Ελλήνων.
Στη δήλωσή μου που συνόδευσε τη μη ψήφιση των μέτρων, αιτιολόγησα την υπερψήφιση της γενικής αρχής του Προϋπολογισμού. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Πώς αρνείσαι τα μέτρα και ψηφίζεις το νόμο του κράτους που τα υλοποιεί; Η απάντηση είναι εξίσου απλή. Ο Προϋπολογισμός δεν είναι ένας απλός νόμος του κράτους. Είναι μια εν δυνάμει ψήφος εμπιστοσύνης προς την Κυβέρνηση. Ουσιαστικά η καταψήφισή του θα έφτανε τη χώρα σε προεκλογική περίοδο και οι εκλογές που θα ακολουθούσαν αυτή τη στιγμή όχι μόνο δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα στη χώρα, αλλά πιθανότατα θα τη βάλουν και σε νέες περιπέτειες.
Η ψήφος μου, λοιπόν, είναι μια ψήφος θετική, αλλά είναι πολιτική ψήφος κατά παραδοχή.
Και θέλω να πω εδώ το εξής που συνοδεύει αυτήν την ψήφο. Ο Πρωθυπουργός οφείλει μετά την ψήφιση του Προϋπολογισμού να αναλάβει τις ευθύνες του. Δεν είναι  μόνο τα θέματα κυριαρχίας και ποιότητας ζωής των ανθρώπων στη χώρα μας. Είναι και το μείζον θέμα της δημοκρατίας. Αντί οι Υπουργοί να έρχονται εδώ και να λέει ο καθένας το δικό του τροπάριο και το δικό του τραγούδι, καλά θα ήταν αφού έγινε κουρελόχαρτο η προγραμματική συμφωνία, να συνεννοηθούν οι εταίροι της Κυβέρνησης και να φέρει ο Πρωθυπουργός μια καινούργια συμφωνία μετά τα μέτρα. Μια συμφωνία την οποία θα πρέπει να παρακολουθήσουμε και να ακολουθήσουμε και με βάση αυτή να ψηφίζουμε ή να καταψηφίζουμε τις κυβερνητικές επιλογές.
Ο Προϋπολογισμός δεν αποτελεί καν συμφωνία. Είναι απλά η υλοποίηση των μέτρων. Να διαμορφωθεί λοιπόν αυτή και να έρθει στη Βουλή να τη συζητήσουμε. Γιατί αλλιώς αυτή η αναξιοπιστία και η ανυποληψία του να λέμε συνεχώς στον κόσμο πράγματα που  μετά δεν εφαρμόζονται και να τα ποδοπατάμε την επόμενη ημέρα, είναι αυτή που κυρίως γεννά τη βία και τον εκφασισμό στη δημόσια ζωή της χώρας.

Η σχέση μου με το ΠΑΣΟΚ


Αυτή την κρίσιμη ώρα θεωρώ ότι το ΠΑΣΟΚ πρέπει να βρει σταθερό βηματισμό. Όχι για να έχουμε εμείς μια κομματική στέγη, αλλά γιατί μόνο ο ιστορικός και ιδεολογικός χώρος της μεγάλης δημοκρατικής - παράταξης, μπορεί να ηγηθεί μιας μεγάλης εθνικής προσπάθειας.
Αυτή την ώρα το ΠΑΣΟΚ πρέπει να σταθεί όρθιο.Η ενότητα του κινήματος δεν είναι για εμένα απλώς αδιαπραγμάτευτη. Υπηρέτησα την παράταξη και το κίνημα, χωρίς ιδιοτέλεια και προσωπικές στρατηγικές.Αυτή την παρακαταθήκη δεν την χαρίζω σε κανέναν.
Εγώ με το ΠΑΣΟΚ μπήκα στην πολιτική, με το ΠΑΣΟΚ θα φύγω.
Αλλά από το ΠΑΣΟΚ δεν θα φύγω.