Βουλή

Ομιλία Κ. Σκανδαλίδη στη Βουλή για παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση σύμφωνα με τα άρθρα 84 και 141 του Κανονισμού της Βουλής.

Χθες η Βουλή έζησε μια από τις πιο καταθλιπτικές στιγμές του μεταπολιτευτικού της βίου.

Δεν σας κρύβω ότι ακούγοντας τη λασπομαχία και τις προσωπικές αντεγκλήσεις ανάμεσα στους δυο κορυφαίους παράγοντες του κοινοβουλευτικού μας πολιτεύματος, ένιωσα την ανάγκη να ζητήσω το λόγο επι προσωπικού.

Και στο ερώτημα του Προέδρου της Βουλής σε τι συνίσταται το προσωπικό ζήτημα η απάντηση μου θα ήταν αυτονόητη:
Ένιωσα βαθειά προσβεβλημένος ασκώντας με συνέπεια το αξίωμα του βουλευτή επί τόσα χρόνια να γίνομαι μάρτυρας της προσβολής του ίδιου του λειτουργήματος που οφείλουμε όλοι να υπηρετούμε.

Αυτό που συνταγματικά κατοχυρώνεται ως αντιπρόσωπος του έθνους. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί από εμάς που ανήκουν σε όλα τα δημοκρατικά κόμματα έφυγαν χθες από δω πραγματικά ράκη.

Δυστυχώς, μόνοι μας καταρρακώνουμε και παραβιάζουμε τους θεσμούς, τα κοινοβουλευτικά μας ήθη και την κοινοβουλευτική μας τάξη. Θα σας αναφέρω κάτι που μπορεί να το θεωρήσετε υποτυπώδες, είναι όμως ενδεικτικό:

Όταν ένα κόμμα ασκεί το δικαίωμα του να καταφύγει σε πρόταση δυσπιστίας απέναντι σε ένα πρόσωπο ή ένα θεσμό, είθιστε πια ο Πρωθυπουργός να ασκεί κάτι που θεωρείται δυστυχώς προνόμιό του. Να μετατρέπει τη συζήτηση σε ψήφο εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση. Ουσιαστικά καταργώντας αυτό το δικαίωμα της Αντιπολίτευσης στην πράξη.

Η κοινοβουλευτική τάξη απαιτεί αν ο Πρωθυπουργός το επιθυμεί να το πράξει αφού όμως ολοκληρωθεί η συζήτηση περί την πρόταση δυσπιστίας.

Θα μου είτε. Ψιλά γράμματα. Τι μας λες εσύ τώρα.
Όμως, έτσι υποβαθμίζουμε κάθε θεσμική λειτουργία, κόβουμε το σύνταγμα στα δικά μας μέτρα.
Δεν είναι καλός οιωνός για το παρόν και το μέλλον της Δημοκρατίας μας η χειραγώγηση και η χρήση θεσμών και δικαιωμάτων κατά το δοκούν.

Τι ζούμε αυτές τις μέρες και τι παρακολουθεί ο λαός να παίζεται στο πολιτικό παιχνίδι;

Ενώ η χώρα με ευθύνη των κ. Τσίπρα και Μητσοτάκη έχει εισέλθει σε μακρότατη προεκλογική περίοδο από την περσινή Έκθεση Θεσσαλονίκης.

Ενώ βρισκόμαστε μόλις 17 μέρες πριν από μια σημαντική πολιτική μάχη, αυτή των ευρωεκλογών.

Οι δυο «μονομάχοι» του μικρού και αδιέξοδου δικομματισμού άνοιξαν τα τελευταία προεκλογικά τους χαρτιά για τις εθνικές εκλογές. Θα ρωτούσε κανείς «μα ευρωεκλογές δεν έχουμε;»

Ποιος νοιάζεται για την Ευρώπη; Εδώ είναι το πάπλωμα της εξουσίας. Αυτό διακυβεύεται σε ένα αγώνα δρόμου, χωρίς αρχές, χωρίς όρια, χωρίς πολιτικό ήθος.

Ο μεν ένας, ο σε αποδρομή Πρωθυπουργός θυμήθηκε τον παλιό και ξεπερασμένο εδώ και τέσσερα χρόνια εαυτό του. Αποφάσισε να το παίξει υπερασπιστής των φτωχών. Κάτι σαν Ρομπέν των Δασών. Για να αποφύγει την πάνδημη κατακραυγή για τον τρόπο που ασκεί την εξουσία. Που φτωχοποίησε περαιτέρω το λαό. Που διαχειρίστηκε κυνικά την ανθρώπινη εκατόμβη στο Μάτι. Που συναλλάσσεται φανερά και απροκάλυπτα πια με τις… «καταραμένες ελίτ» απέναντι στις οποίες καθημερινά ξιφουλκεί.

Ο δε άλλος , ο σε αναμονή επίδοξος Πρωθυπουργός διάλεξε την ώρα να φέρει στο επίκεντρο ένα πρόσωπο που συγκεντρώνει επίσης την πάνδημη κατακραυγή για την αδιανόητη και χωρίς κανένα πολιτικό ήθος και σεβασμό συμπεριφορά του. Θεωρώντας εύκολο και αυταπόδεικτο στόχο την αυτονόητη και πολύχρονη ταύτιση του Πρωθυπουργού με τον «Πολακισμό». Όρος που μπήκε πια στην καθημερινή μας ζωή. Κρούει ανοιχτές θύρες.

Εμείς είμαστε κατηγορηματικοί

Και την πρόταση δυσπιστίας θα ψηφίζαμε. Και τη ψήφο εμπιστοσύνης καταψηφίζουμε.

Γιατί άραγε θα υπερψηφίζαμε την Κυβέρνηση;
Για μια εθνική στρατηγική που αντιμετωπίζει αλά καρτ τα εθνικά θέματα και τα εντάσσει στην εσωτερική διαπάλη και τις προεκλογικές σκοπιμότητες;

Για μια αναπτυξιακή στρατηγική που συντρίβει τον κορμό της ανάπτυξης, τις ΜΜΕ, μειώνει δραματικά τις δημόσιες επενδύσεις, και εχθρεύεται τις διαρθρωτικές αλλαγές που θα οδηγούσαν στην παραγωγική ανασυγκρότηση.
Για μια πολιτική που το πιο σύγχρονο, το πιο παραγωγικό, το πιο ενεργό δυναμικό της χώρας, είτε το προλεταριοποιεί, είτε το στέλνει μετανάστη στο εξωτερικό;
Για μια οικονομική πολιτική που επιμένει στην λιτότητα, στη φορολογική λαίλαπα, στη μείωση των κοινωνικών δαπανών και που από το αιματηρό πλεόνασμα που εισπράττει καταφεύγει σε πολιτική προεκλογικών παροχών ρίχνοντας στάχτη στα μάτια;
Για την πρακτική συστηματικής χειραγώγησης των θεσμών, για τους υποβολείς στη Δικαιοσύνη, για τη διάλυση της Αυτοδιοίκησης;
Η μήπως για την ταχύτητα που αλλάζει την όποια σύμφυση πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων επιχειρώντας να κτίσετε το δικό σας καθεστώς;
Και τέλος για ποια ευρωπαϊκή προοπτική και ποια προοδευτική στρατηγική που μπορεί πειστικά να ξαναφέρει στην επιφάνεια το ευρωπαϊκό όραμα και να έχει τη δύναμη να επιβάλλει την αδήριτη αναγκαιότητα μιας Νέας Ευρωπαϊκής Συνθήκης;

Δεν θα ψηφίζαμε εναντίον του κ. Πολάκη ως πρόσωπο, ως πρόθεση, ως χαρακτήρα. Ούτε καν, μόνο για την απαράδεκτη τελευταία δήλωσή του που τραυματίζει όσους διαθέτουν στοιχειώδη ανθρώπινη ευαισθησία.

Στο πρόσωπο του θα καταψηφίζαμε τον «Πολακισμό». Με αυτόν ακριβώς ταυτίζεται ο Πρωθυπουργός.

Είναι ο «Πολακισμός» που μετατρέπει σε τοξική την πολιτική ζωή

Αυτός που κατηγορεί συλλήβδην παρατάξεις και κόμματα, μετατρέποντας την ατομική ευθύνη σε συλλογική, ακραία πρακτική ολοκληρωτικής αντίληψης και νοοτροπίας.

Αυτός που ανασύρει υπαρκτά και ανύπαρκτα σκάνδαλα, που εκβιάζει ή προδικάζει αποφάσεις της Δικαιοσύνης, που κατασκευάζει σκευωρίες εναντίον των αντιπάλων του.

Αυτός που μας μετατρέπει όλους σ’ αυτή την αίθουσα σε δικαστές. Δικαστές που δικάζουμε μαζί με τους αντιπάλους μας την πολιτική, τη χώρα, τη δημοκρατία, την ίδια την ιστορία. Που αφήνουμε το λαό έξω, μετέωρο, απογοητευμένο.

Ξέρετε έκατσα και αναζήτησα πόσες υποθέσεις από τον ημερήσιο τύπο θα μπορούσαν να διερευνηθούν ως σκάνδαλα της σημερινής Κυβέρνησης. Τρόμαξα γιατί είναι υποθέσεις με ονοματεπώνυμο. Έφτασα αισίως στις 16.

Και λοιπόν;

Έρχεται σήμερα η ΝΔ δικαιολογημένα ή μη και λέει. Δεν πρέπει να παραγραφούν τα αδικήματα. Προφανώς θα πρέπει η δικαιοσύνη να ερευνήσει κάθε υπόθεση. Και εμείς το λέμε. Όλα στο φως. Με ενδιαφέρει το κλίμα. Σκεφτείτε αυτό που πρόκειται να συμβεί την επόμενη μέρα των εκλογών. Πάλι στην ίδια κρίσιμη κατάσταση της χώρας, πάλι στο ίδιο αδιέξοδο θα αναζητούμε τους αθώους και τους ένοχους, βρίζοντας ο ένας τον άλλον, όπως έγινε εχθές εδώ. Για προσωπικές υποθέσεις που είναι ανάξιες, του ύψους, του διαμετρήματος ενός Πρωθυπουργού και ενός Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης που θέλει να κυβερνήσει τη χώρα.

Ρωτώ λοιπόν: Που πάμε; Κβο Βαντις; για να ανατρέξω σ’ ένα πραγματικά ιστορικό βιβλίο.

Αυτό με τρομάζει πολύ περισσότερο από οτιδήποτε άλλο σήμερα συζητάμε. Γιατί η χώρα έτσι κι αλλιώς πρέπει να προχωρήσει. Γιατί έτσι κι αλλιώς τα κόμματα, εναλλάσσονται στην εξουσία. Γιατί έτσι κι αλλιώς κάποιοι που σήμερα είναι μικροί, γίνονται μεγαλύτεροι και κάποιοι μικραίνουν. Αυτό μου δίδαξαν 30 χρόνια Κοινοβουλευτικής ζωής και 50 χρόνια πολιτικού αγώνα. Αυτό μου δίδαξαν και αυτό θα γίνει.

Και το ερώτημα που έρχεται στα χείλη του απλού πολίτη, αυτού που παρακολουθεί εμβρόντητος συμπεριφορές και πρακτικές. Αυτού που είναι αμέτοχος στη φθηνή διαμάχη με στόχο της δημοσκοπικές επιδόσεις λίγο πριν τις ευρωεκλογές είναι:

«Ποίος νοιάζεται για την Ελλάδα;»

Την Ελλάδα που χωρίς να διδάσκεται από το παρελθόν καταδικάζεται να ζει εν μέσω πολιτικών σκευωριών, αθέμιτων συναλλαγών και αγοραίας πολιτικής αντιπαράθεσης;

Την Ελλάδα που ο λαός της ενώ φτωχοποιείται δραματικά αναγκάζεται να ζει με τις ψευδαισθήσεις γλίσχρων παροχών και ανεπίδοτων υποσχέσεων;

Την Ελλάδα που σήμερα νιώθει ξανά την απειλή από τον επεκτατικό αναθεωρητισμό της Άγκυρας να προβάλλει και να μη μπορεί να χαράξει μια σταθερή πορεία προασπίζοντας τα εθνικά της συμφέροντα και δίκαια;

Την Ελλάδα που τελικά πορεύεται χωρίς τιμονιέρη στο μέσο μιας τρικυμίας που ξέσπασε ήδη στην περιοχή;

Η χώρα με εσάς κ. Τσίπρα στο τιμόνι της πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Ούτε με εσάς κ. Μητσοτάκη μπορεί να ελπίζει σε καλύτερες μέρες.

Χρειάζεται πολιτική ανατροπή πριν ο τόπος μπει και σε νέες περιπέτειες. Ανατροπή που θα αποτρέψει να ξαναζήσουμε τη χθεσινή εμπειρία. Ανατροπή που θα φέρει την Ελλάδα ξανά μπροστά.
Για να νιώσουν ξανά ενωμένοι και αξιοπρεπείς οι Έλληνες και οι Ελληνίδες και ο Ελληνισμός ισχυρός.