Βουλή

Ομιλία Κώστα Σκανδαλίδη στην ολομέλεια της Βουλής για τη συμφωνία με Αίγυπτο και Ιταλία

Δεν έχω καμία διάθεση, σε μια κρίσιμη στιγμή για τη χώρα, να θριαμβολογήσω για τις επιτυχίες μας ή να κατακεραυνώσω την Κυβέρνηση για τις αποτυχίες. Δεν διεκδικώ την ταμπέλα του «μαξιμαλιστή» ή του «ρεαλιστή», του «υπερεθνικιστή» ή του ενδοτικού που όλα τα βλέπει άσπρο-μαύρο και που συντηρεί ανεύθυνα στην πράξη έναν εθνικό διχασμό

υπερασπιζόμενος φανατικά είτε την έπαρση της αυτάρκειας είτε το αίσθημα της εθελοδουλείας. Διχασμό που επανειλημμένα πλήρωσε με πανάκριβο τίμημα ο τόπος. Και για να επαναλάβω μια αποστροφή της Προέδρου μας, αυτή η παράταξη που έχω την τιμή να συμμετέχω και να εκπροσωπώ, υπήρξε ιστορικά το μόνο αντίβαρο στους διχασμούς που βίωσε η χώρα. 

*

Η επιδίωξη διμερών συμφωνιών για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ που επιχειρεί η Κυβέρνηση, παρά τα τρωτά και τους συμβιβασμούς, είναι γενικά στη σωστή κατεύθυνση. Μάλιστα είναι θετικό να συνεχιστεί η προσπάθεια και με άλλες εφαπτόμενες χώρες, όπως και να προχωρήσει η ολοκλήρωση με διαπραγμάτευση της μερικής συμφωνίας με την Αίγυπτο για της οποίας το χρονοδιάγραμμα δεν δεσμεύτηκε σήμερα ο Πρωθυπουργός.

Η σημερινή θετική μας ψήφος πηγάζει από το αίσθημα πατριωτικής ευθύνης που πάντοτε σημάδευε την ταυτότητα και τη συνείδηση αυτής της παράταξης. Πρώτα γιατί η συμφωνία με την Ιταλία μας δίνει το δικαίωμα να προχωρήσουμε στην επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα δώδεκα μίλια στο Ιόνιο και τις νότιες θάλασσες, ένα αναντίρρητα θετικό μέτρο γι’ αυτήν ακριβώς τη φάση που διανύουμε. Και έπειτα γιατί η συμφωνία με την Αίγυπτο επί της ουσίας διεμβολίζει το τουρκολιβυκό σύμφωνο και δείχνει προς στιγμήν ότι η χώρα δεν υποτάσσεται στα τετελεσμένα.

Προφανώς η Κυβέρνηση έβαλε στη ζυγαριά σε μια κρίσιμη στιγμή το όφελος και τη ζημιά της μερικής οριοθέτησης της ΑΟΖ με τη γεωγραφική εξαίρεση ανατολικά του εικοστού όγδοου μεσημβρινού που αφήνει το Καστελόριζο εκτός. Όταν προχωρείς σε αυτή την παραδοχή, σημαίνει ότι έχεις σχεδιάσει και τα επόμενα βήματα και πιστεύω ότι εδώ είναι το κενό που σήμερα συναντούμε.

Προτού ακόμη καταλαγιάσουν οι αναλύσεις για την θετική πράγματι συμφωνία με την Αίγυπτο που προκάλεσε αρχικά την αντίδραση και τη διεθνή απομόνωση της Τουρκίας, ο Ερντογάν προχώρησε και επιμένει σε ένα ακόμα βήμα μετά το τουρκολιβυκό σύμφωνο, αμφισβητώντας έμπρακτα ένα κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας.

Κυρίες και κύριοι της Κυβέρνησης, αποτροπή δεν υπήρξε και δεν μιλάω για καμία πολεμική σύρραξη. Μιλάω για τη δυνατότητα της χώρας να αποτρέψει την κατ’ εξακολούθηση παραβίαση συγκεκριμένου κυριαρχικού μας δικαιώματος. Και αυτό σημαίνει για μας κενό στρατηγικής.

Ποια είναι η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Αμερικής. Φραστικά και ρητορικά είναι υπέρ μας. Στην πραγματικότητα είναι ουδέτερη. Το να μιλήσουμε για το ΝΑΤΟ και για τη δική του ουδετερότητα είναι, νομίζω, μάταιο.

Είναι επαρκείς αυτές οι αντιδράσεις για να αποτρέψουν την τουρκική παραβατικότητα; Όχι. Και ερωτώ: Είναι ο στόχος να συρθεί με κάθε μέσο η Τουρκία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, έστω και χωρίς προκαθορισμένους όρους και με μόνο γνώμονα τη μελλοντική παραπομπή στη Χάγη, η οποία είναι αδύνατη σε ένα προβλεπόμενο και μακρό χρονικό διάστημα; Εγώ λέω ευθαρσώς όχι.
*

Είναι κάποιες ιστορικές στιγμές που είσαι αναγκασμένος να διαλέξεις έναν δρόμο γιατί οι συνθήκες άλλαξαν ριζικά και ο προηγούμενος έφτασε στο τέρμα του. Δυστυχώς, φαίνεται να μην αντιλαμβανόμαστε ότι το 2020 δεν είναι 1999 ούτε για την Τουρκία ούτε για την Ελλάδα και είναι άδικο για τον Πρωθυπουργό να λέει ότι μέχρι τώρα υπήρχε μια στρατηγική ακινησίας. Η Ελλάδα δεν είχε ακινησία ούτε όταν έκανε την «Κίνηση των έξι», ούτε όταν έκανε την αναθεώρηση του μνημονίου της ένταξης στην ΕΟΚ ούτε όταν έφερε τα ΜΟΠ, ούτε έκανε την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε όταν έφερε τη συμφωνία του Ελσίνκι.

Ήταν πρωτοβουλιακή η πολιτική και συμφωνημένη η εθνική στρατηγική, η οποία είχε απτά αποτελέσματα.

Τώρα, όμως, εδώ και μια εικοσαετία φαίνεται ότι άλλαξαν άρδην τα δεδομένα τόσο στη στρατηγική και τον προσανατολισμό της Τουρκίας όσο και στη θέση και τη δυνατότητα της Ελλάδας. Στην ευρύτερη περιοχή αντιπαρατίθενται δύο διαμετρικά αντίθετες επιδιώξεις. Από τη μια μεριά, έχουμε παγιωμένη πια και αναμφισβήτητη την επεκτατική, μιλιταριστική, αναθεωρητική των συνθηκών και κλιμακούμενη άνευ ορίων στρατηγική μιας ισλαμικής περιφερειακής δύναμης που αναζητά ζωτικό χώρο για κυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο. Και, από την άλλη, έχουμε μια ευρωπαϊκή χώρα που αρκείται σε μια αμυντική, διαπραγματευτική και δικαιοκρατική στάση πρόληψης νέων τετελεσμένων. Το ισοζύγιο είναι αρνητικό και πρέπει να αλλάξει. Γι’ αυτό χρειάζεται μια νέα εθνική στρατηγική.

Ο Πρωθυπουργός σήμερα σε μια κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία δεσμεύτηκε για την αύξηση σε δώδεκα μίλια των χωρικών υδάτων προς τα δυτικά και επανέλαβε ότι η Ελλάδα δεν απεμπολεί κανένα κυρίαρχό της δικαίωμα. Πρέπει η διεθνής κοινότητα με προεξάρχουσα τη Δύση, τον ΟΗΕ, την Ευρωπαϊκή Ένωση να έχει πλήρη εικόνα για το τι σημαίνει για εμάς η εφαρμογή των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου και πώς καθορίζονται οι κόκκινες γραμμές, πίσω από τις οποίες η Ελλάδα δεν πρόκειται σε καμμία περίπτωση να υποχωρήσει.

Δεν θέλω να υπεισέλθω σε συγκεκριμένες προτάσεις που κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότητας, όπως είναι, για παράδειγμα, ο καθορισμός ευθειών βάσης για το κλείσιμο των κόλπων, όπως είναι η κατάθεση στον ΟΗΕ συντεταγμένων για την ελληνική υφαλοκρηπίδα, όπως είναι η εκτύπωση χαρτών για τις παράνομες τουρκικές διεκδικήσεις. Αυτό θα το κρίνει μια κυβέρνηση και θα το κρίνει και ένα συμβούλιο. Θα το κρίνει σε μια ενιαία εθνική στρατηγική που πρέπει, όμως, να τα θέσει αυτά τα ζητήματα επί τάπητος.

*

Τελειώνοντας, θέλω να πω ότι δεν αρκούν οι επιμέρους κυβερνητικές πρωτοβουλίες ούτε μια ευκαιριακή επιθετική διπλωματία. Θέλω να είμαι σαφής, και εδώ είναι που κρινόμαστε όλοι, αυτό που θα μπορούσε να είναι το νέο στην εθνική στρατηγική σ’ αυτήν τη συγκεκριμένη φάση από τώρα και στο εξής: Απαιτείται μια στρατηγική που από σήμερα κιόλας και για ένα μεσομακροπρόθεσμο χρονικό διάστημα θα επιδιώξει τη γεωστρατηγική αναβάθμιση της χώρας στην περιοχή.

Πρέπει να έχουμε επιθετικό στόχο για να έχουμε εθνική στρατηγική, όχι να προλαμβάνουμε απλά τα τετελεσμένα. Αναβάθμιση γεωστρατηγική και ως προς τον ρόλο της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ως προς τον ρόλο της σε σχέση με τις ευρύτερες συμμαχίες της στη Δύση. Να πάψουμε εδώ και τώρα να είμαστε η χώρα που παραδίνουμε την ευρωπαϊκή μας υπογραφή ή την υπογραφή σε οικονομικές συμφωνίες ή παραχωρήσεις βάσεων με μόνο αντίκρισμα φραστικές ανακοινώσεις και δηλώσεις υποστήριξης.

Δεν δέχομαι ότι δύο ταξίδια Ελλήνων Πρωθυπουργών μέσα σε διάστημα ενός έτους στις Ηνωμένες Πολιτείες και αφού παραχωρήσαμε βάσεις και συμφωνίες, έφεραν μονάχα φραστικές διατυπώσεις συμπάθειας από την πέραν του Ατλαντικού υπερδύναμη. Έπρεπε να απαιτήσουμε συγκεκριμένες αποφάσεις και πράξεις. Έχουμε σημαντικά πλεονεκτήματα με βάση τα οποία μπορούμε και πρέπει να επαναδιαπραγματευτούμε το γεωπολιτικό μας ρόλο στην ευρύτερη περιοχή, ως το ακραίο πια ευρωπαϊκό σύνορο.

Και έχω την εντύπωση –αυτό εννοούμε εμείς όταν λέμε «Έλληνες ενωμένοι»- ότι αν όλοι αυτό το επιδιώξουμε συστηματικά στο πλαίσιο μιας συμφωνημένης εθνικής στρατηγικής… το μπορούμε. Λένε πολλοί για το Συμβούλιο των Αρχηγών, είναι ένα επικοινωνιακό, συμβολικό μέσο να δείξει ότι είμαστε ενωμένοι. Ούτε καν. Γιατί θα το κάνουμε για να καταθέσουμε απλά τις απόψεις μας σαν Κόμματα; Εγώ λέω «όχι». Το Συμβούλιο Αρχηγών χρειάζεται για να χαράξει τη νέα εθνική στρατηγική και όλοι μαζί να διεκδικήσουμε αυτό που μας ανήκει και στην περιοχή και στην πορεία της χώρας για το μέλλον, από σήμερα και πέρα. Γι’ αυτό χρειάζεται το αρραγές εσωτερικό μέτωπο.

Η πολιτική ηγεσία της χώρας, λοιπόν, ενωμένη πρέπει να στηρίξει κάθε πρωτοβουλία που το υλοποιεί, φτάνει να μην επιλέξουμε την εσωτερική προβολή, τα εσωκομματικά μας χαρακώματα, τη δυνατότητα τη μικροπολιτική για την αυριανή μέρα. Γιατί τώρα κρίνεται η αυριανή δεκαετία για τη χώρα και η αυριανή εικοσαετία. Και είμαστε στην πιο κρίσιμη στιγμή που πρέπει να επιδείξουμε αυτό που χρειάζεται να ακούσει ο ελληνικός λαός, ότι ενωμένοι διεκδικούμε τον νέο ρόλο της Ελλάδας.