Βουλή

Ομιλία Κ. Σκανδαλίδη Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος Κιν. Αλλαγής στο Νομοσχέδιο του Υπουργείου Εξωτερικών: «Καθορισμός του εύρους της αιγιαλίτιδας ζώνης στη θαλάσσια περιοχή του Ιονίου και των Ιονίων Νήσων μέχρι το Ακρωτήριο Ταίναρο της Πελοποννήσου».

Η σημερινή συζήτηση είναι μια σημαντική ευκαιρία για δυο λόγους. Ο πρώτος είναι για να στείλει το μήνυμα παντού ότι οι Έλληνες μπροστά στην απόπειρα καταπάτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας ομονοούν, ότι η Βουλή δεν είναι μόνο ένα πεδίο κομματικών αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων, αλλά ο κατεξοχήν χώρος προβολής του εθνικού συμφέροντος.

Ο δεύτερος με αφορμή τη συγκεκριμένη νομοθετική πρόταση για τη επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στο Ιόνιο είναι, για να ανοίξει ένας ευρύτερος διάλογος για το κρίσιμο θέμα της εξωτερικής απειλής στο πλαίσιο των σημαντικών εξελίξεων και ανακατατάξεων στην περιοχή. Διάλογος που θα επιτρέψει στη χώρα μας να διαμορφώσει μια σύγχρονη εθνική στρατηγική, προσαρμοσμένη στις νέες συνθήκες και να χαράξει τις προτεραιότητες και τους στόχους της σε μια νέα κυριολεκτικά εποχή. Δεν υπάρχει καλύτερος και εγκυρότερος χώρος απ’ αυτόν του Εθνικού Κοινοβουλίου.

Νομίζω ότι ο εισηγητής μας τόσο στην Επιτροπή όσο και μετά τη συνάντησή του προχθές με τον Υπουργό και χθες με την εισήγησή του διαφώτισε όλες τις όψεις της συγκεκριμένης ρύθμισης. Η αποδοχή από εμάς της τμηματικής διευθέτησης μόνο ως μια αναγκαία αμυντική απάντηση στο δρομολογούμενο από την Άγκυρα επεκτατικό αναθεωρητισμό μπορεί να εννοηθεί. Η Κυβέρνηση, διά του Υπουργού των Εξωτερικών, χρησιμοποίησε έναν τόνο παραπάνω σε εγκωμιαστικά σχόλια για μια πολιτική που κατέστη μονόδρομος.

Είναι η στοιχειώδης άμυνα απέναντι στα τετελεσμένα που επιχειρεί να κατοχυρώσει η Τουρκία στην περιοχή σε βάρος της χώρας μας. Θα έλεγα ότι είναι η αυτονόητη απάντηση που στη συγκεκριμένη συγκυρία αποδεικνύεται θετική. Αυτό δεν αναιρεί την κατοχυρωμένη από το Διεθνές Δίκαιο δυνατότητα της χώρας για συνολική επέκταση και στο Αιγαίο και ασφαλώς κάτω από την Πελοπόννησο και στην περιοχή νότια και ανατολικά της Κρήτης. Είναι απαραίτητο στα πλαίσια αυτής της τμηματικής προεργασίας, πρώτον, γρήγορα να συμπληρωθεί για τις δύο περιοχές, δεύτερον, να συνεχιστούν οι πρωτοβουλίες με τις χώρες της περιοχής, την Κύπρο, την Αίγυπτο, το Ισραήλ, ακόμη και τη Λιβύη, ώστε να περιχαρακωθεί ο χώρος των ΑΟΖ και, τρίτον, να επαναδιατυπωθεί ρητά και ως απόφαση, όχι μόνο της Κυβέρνησης, αλλά του εθνικού Κοινοβουλίου, ότι διατηρούμε ακέραιο και αναπαλλοτρίωτο το δικαίωμά μας στο Αιγαίο και την επιμονή μας η οριοθέτηση να οδηγηθεί στη Χάγη.

Γίνεται μια κριτική, γιατί οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν κατέληγαν σε παρόμοιες οριοθετήσεις; Γιατί απλούστατα υπήρχε ως πάγια θέση της χώρας συνολική ρύθμιση. Σήμερα υπάρχει αλλαγή γραμμής που απορρέει από άμυνα απέναντι στην αλλαγή στρατηγικής της Τουρκίας, την οποία πολλοί επιχειρούν να υποβαθμίσουν σε ένα συγκυριακό φαινόμενο, ενώ δεν είναι καθόλου συγκυριακό φαινόμενο.

Η Τουρκία προσέρχεται στις διερευνητικές επαφές με όλες τις διεκδικήσεις της επί τάπητος. Την ίδια στιγμή άρχισε να μιλά απροκάλυπτα για δύο ξεχωριστά κράτη στην Κύπρο. Η πάγια θέση μας, που διαχρονικά ισχύει από τη μεταπολίτευση, είναι ότι η Κύπρος αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της στρατηγικής του ελληνισμού. Θεωρώ την εμφανή περιθωριοποίηση του Κυπριακού από την ημερήσια διάταξη των σημαντικών θεμάτων της διεθνούς κοινότητας σημαντικό σφάλμα, το οποίο πρωτίστως ανάγεται στην κυπριακή ηγεσία, αλλά ακουμπά και τη δική μας εξωτερική πολιτική. Είναι η ώρα να ασχοληθεί ξανά η Ελλάδα με το Κυπριακό στο πεδίο των συγκεκριμένων πρωτοβουλιών, σε συνεργασία με την κυπριακή ηγεσία. Το Κυπριακό πρέπει τώρα και όχι αύριο να αναβαθμιστεί σε ευρωπαϊκό και διεθνές ζήτημα ξανά. Είναι ύψιστο εθνικό μας χρέος.

Όσο για τις διερευνητικές συζητήσεις και επειδή η Κυβέρνηση έχει αναγάγει το ζήτημα του διαλόγου με την Τουρκία ως καθοριστικό για τις εξελίξεις, νομίζω ότι δεν πρέπει να τρέφουμε ψευδαισθήσεις. Είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη η μοίρα και για άλλη μια φορά η κατάληξή τους. Αν η Κυβέρνηση ακολουθήσει άλλη θέση από αυτήν των προϋποθέσεων που έθεσε και στις οποίες προφανώς συμφωνούμε και πρέπει να επιμείνει, είναι φανερό ότι μόνο συγκυριακά μπορεί να επιτευχθεί ένα καλύτερο κλίμα στις σχέσεις με την Τουρκία. Για λόγους κλίματος ναι, είναι θετική. Ούτε στον ουσιαστικό διάλογο πρόκειται να καταλήξουν ούτε το όνειρο της προσφυγής στη Χάγη μπορεί να φανεί στον ορατό χρονικό ορίζοντα, έστω και αν κάποιοι επιδερμικοί αναλυτές πιστεύουν ότι είναι η στιγμή να ανοίξει η ατζέντα όλων των θεμάτων. Η εθνική μας στρατηγική δεν μπορεί να περιοριστεί στον διάλογο με την Τουρκία ως αυτοσκοπό ούτε να διαχωρίζει και να υποβαθμίζει θέματα κρίσιμης εθνικής προτεραιότητας, γιατί στις σημερινές συνθήκες η Ελλάδα φαίνεται να κρατά μια αμυντική στάση που δεν προοιωνίζεται θετικές εξελίξεις στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα.

Άρα, η οριοθέτηση των νέων εθνικών γραμμών εξακολουθεί να αποτελεί ζήτημα ύψιστης προτεραιότητας και καθοριστικής σημασίας για το παρόν και το μέλλον του τόπου και δυστυχώς δεν έχουν καθοριστεί μέσα από συγκεκριμένες διαδικασίες εθνικής συνεννόησης τις οποίες πρέπει να έχει η σημερινή Κυβέρνηση με όλα τα κόμματα του Κοινοβουλίου, με όλες τις πολιτικές δυνάμεις, προκειμένου να υπάρξει αυτή η χάραξη που είναι απολύτως αναγκαία για να μετατραπεί από αμυντική σε επιθετική η στάση μας στην περιοχή.

Μια ορισμένη ανάγνωση των ευρύτερων εξελίξεων στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, που ακούγεται εύηχη και αισιόδοξη, εδράζεται σε δύο θεμελιακές προβλέψεις για το 2021: πρώτον, ότι οι ΗΠΑ μετά την αλλαγή στην ηγεσία τους επιστρέφουν στην περιοχή δριμύτερες και, δεύτερον, ότι η Τουρκία κάτω από το βάρος της οικονομικής κρίσης επιστρέφει στην Ευρώπη. Νομίζω ότι είναι λίγο υπερφίαλες αυτές οι αισιόδοξες προβλέψεις. Προφανώς η αλλαγή στην αμερικανική ηγεσία είναι κατ’ αρχήν θετική για τα ελληνικά συμφέροντα. Όμως, πρέπει να τοποθετείται στο συγκεκριμένο και αδιατάρακτο πλαίσιο των ευρύτερων συμμαχιών της υπερδύναμης στην περιοχή. Είναι ίδιον της αθεράπευτης αισιοδοξίας μας ότι θα αλλάξουν ριζικά τα πράγματα, μόνο που αυτή η αισιοδοξία κάθε φορά εκφράζεται και κάθε φορά διαψεύδεται. Καλύτεροι ίσως όροι για την άσκηση πολυδύναμης εξωτερικής πολιτικής και διεθνούς διπλωματίας ναι, μπορεί να υπάρξουν. Θεαματική αλλαγή στάσης όμως όχι. Ξέρουμε πολύ καλά τι σημαίνει η Τουρκία για την Αμερική, τόσο στη θέση της στο υπογάστριο της Ρωσίας, όσο με τους τουρκογενείς πληθυσμούς που βρίσκονται ανατολικά της στο κέντρο της Ασίας, όσο επίσης και τη γενικότερη επιρροή που ασκεί στην περιοχή.

Η Ελλάδα οφείλει να διεκδικήσει επιθετικά και δυναμικά τον δικό της ρόλο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Βαλκανικής και κάτω από αυτό το πρίσμα δύο ταξίδια πρωθυπουργών στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια πολύ ελάχιστα κέρδισαν για τη χώρα σε σχέση με τη γενναιόδωρη στάση μας απέναντι στους Αμερικανούς. Καιρός είναι να βγούμε από αυτό το χαράκωμα. Μπροστά μας βρίσκεται ένας ασίγαστος οικονομικός και στρατηγικός πόλεμος για τις νέες κατανομές ισχύος με επίκεντρο την περιοχή μας. Δεν είναι ίσως η ώρα να πούμε το πώς, όμως έτσι κι αλλιώς οφείλουμε στο πλαίσιο των συμμαχιών μας να επαναδιαπραγματευτούμε τον ευρύτερο ρόλο μας τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις κυοφορούμενες αλλαγές όσο και στην περιοχή. Η γεωστρατηγική αναβάθμιση της χώρας μας πρέπει να καταστεί ο νέος ακρογωνιαίος λίθος της εθνικής στρατηγικής.

Είναι επείγουσα ανάγκη να εγκαταλείψουμε τις ψευδαισθήσεις και τις επιδιώξεις της νέας στρατηγικής που αναπτύσσει με αξιοσημείωτη συνέπεια η Τουρκία. Θέλει να επιβάλει τον ρόλο της ως ισχυρής περιφερειακής δύναμης, εκμεταλλευόμενη τη σημαντική στρατηγική της θέση, την πληθυσμιακή της οντότητα και την οικονομική της δυνατότητα, παρά την κρίση που μαστίζει αυτήν την εποχή. Εγκαταλείπει την προοπτική της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενισχύοντας στο εσωτερικό της το ισλαμικό απέναντι στο κοσμικό δυτικό κράτος. Διεκδικεί ρόλο ισότιμου συνομιλητή με τις μεγάλες δυνάμεις που αντιπαρατίθενται στην περιοχή. Διεκδικεί σε κάθε κατεύθυνση ζωτικό χώρο για τα επεκτατικά της σχέδια και επιχειρεί να ηγεμονεύσει στον ευρύτερο χώρο του Ισλάμ.

Το τουρκικό κράτος στην Κύπρο, η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, το «γκριζάρισμα» περιοχών, η επέκταση της κυριαρχίας της ΑΟΖ μέχρι τον παραλογισμό της μοιρασιάς στο Αιγαίο είναι μεν αβάσιμες και αστήρικτες διεκδικήσεις που παραβιάζουν κάθε κανόνα Διεθνούς Δικαίου, αλλά συνιστούν συγκροτημένη και μακροπρόθεσμη στρατηγική και όχι τακτικές επιλογές εσωτερικής κατανάλωσης, όπως ισχυρίζονται μερικοί. Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν είναι ευφημισμός, είναι αρθρωμένη και κλιμακούμενη πολιτική, της οποίας οι επιδιώξεις θα εκτυλίσσονται κάθε φορά που οι περιστάσεις το ευνοούν. Είναι μια στρατηγική που, είτε το θέλουμε είτε όχι, οφείλουμε να συμβιώσουμε μαζί της για τον επόμενο πολύ χρόνο.

Είναι φανερό ότι μέσα σε αυτό το τοπίο δεν μπορούμε να μείνουμε στο αμυντικό κάστρο του κατακτημένου ευρωπαϊσμού μας και να παρακολουθούμε τις εξελίξεις που συντελούνται στον χώρο. Οφείλουμε να σχεδιάσουμε, να διεκδικήσουμε και να κατακτήσουμε τον νέο ευρωπαϊκό, βαλκανικό και μεσογειακό μας ρόλο ως το ακραίο ευρωπαϊκό σύνορο. Ο πρώτος στόχος είναι να επιστρέψουμε με γρήγορα και αποφασιστικά βήματα στο κέντρο των ευρωπαϊκών εξελίξεων ως πρωταγωνιστής και όχι ως ουραγός. Να συνδέσουμε αυτήν την επιστροφή με τη σταθερή προσήλωση στην επιτάχυνση και εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η Ένωση πρέπει να αναχθεί όσο γίνεται ταχύτερα από συμπληρωματικός και αδύναμος πόλος σε ισχυρό παίκτη και πρωταγωνιστή στην παγκόσμια σκακιέρα.

Ο δεύτερος στόχος είναι μέσα στο πλαίσιο των συμμαχιών μας η Ελλάδα να επαναδιαπραγματευτεί με τη Δύση στο σύνολό της τον νέο στρατηγικό της ρόλο. Δεν μπορεί να συνεχίσει να παραδίδει μαθήματα πιστού και σταθερού συμμάχου και να εκλιπαρεί προστασία απέναντι σε ενδοσυμμαχικές απειλές.

Είμαστε η χώρα που μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια, την ειρήνη και τη συνεργασία στην ανατολική Μεσόγειο, που μπορεί να υποστηρίζει σθεναρά την ενσωμάτωση των δυτικών Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν είναι μόνο λόγοι συμπαράστασης και αλληλεγγύης αυτοί για τους οποίους η Ευρώπη και η Δύση οφείλουν να στηρίξουν τον νέο ρόλο. Είναι η ενεργός προστασία των συνόρων της. Είναι η δική της παραμεθόρια περιοχή.

Για αυτό, όμως, θα πρέπει να ανασυντάξουμε εσωτερικά τις δυνάμεις μας, για να διασφαλίσουμε το παρόν και το μέλλον του ελληνισμού, την ακεραιότητα και την κυριαρχία της χώρας.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ούτε μία στιγμή ότι είμαστε ένα έθνος του οποίου ο πατριωτισμός αποτελεί συστατικό στοιχείο της φυσιογνωμίας και της ιστορικής του διαδρομής. Αυτό είναι το χρέος μας, πρωτίστως για την Κυβέρνηση που οφείλει όχι συγκυριακά, αλλά μόνιμα να συγκροτήσει ένα αδιατάρακτο εθνικό μέτωπο, έστω και τώρα, αλλά και κάθε υπεύθυνης πολιτικής δύναμης που οφείλει να συμβάλει θετικά σε αυτή την προσπάθεια.

Είμαστε εδώ για να υποστηρίξουμε την πατρίδα μας, όπως κάναμε επί πάρα πολλές δεκαετίες.