''Είναι η Ελλάδα που εμφανίστηκε ξανά και παραλίγο να τη ξεχάσουμε'' - Άρθρο στα ΝΕΑ

Σήμερα το έθνος των Ελλήνων κηδεύει τον Μίκη Θεοδωράκη. Μπορεί να μην υπάρχει πια ένας Σικελιανός για να βροντοφωνάξει πάνω στο φέρετρο που «ακουμπά όλη η Ελλάδα». Αλλά μετά τον Κωστή Παλαμά ίσως είναι η πρώτη φορά που έχει τόσο ηχηρό νόημα μια τέτοια κραυγή.

Είπαν και έγραψαν κατά κόρο αυτές τις μέρες «Μίκης ο Έλληνας». Πατριώτης και αντιστασιακός όπως οι Έλληνες, συναισθηματικός και ονειροπόλος όπως οι Έλληνες, βαθιά ριζωμένος στη γη μας. Στο χώμα «που έδεσε με τη φτέρνα του». Από αυτές τις ρίζες ξεπήδησε η μουσική του μεγαλοφυία. Η δύναμη που μετέτρεψε το βίωμα του σε αξεπέραστη τέχνη. Εκεί συναντήθηκαν οι δρόμοι της Ιωνίας, τα κύματα του Αιγαίου, οι ήχοι της δημοτικής μουσικής, το βυζαντινό μέλος της Μεγαλοβδομάδας και οι καημοί του ρεμπέτικου. Και συνέθεσαν μιαν αξεπέραστη ραψωδία. Κι όταν αυτοί οι δρόμοι συνάντησαν το στίχο που ανάβλυζε από την έξοχη ποίηση των μεγάλων ποιητών η σύνθεσή έγινε συνώνυμο της πολιτιστικής άνοιξης για τη χώρα.

Θυμάμαι σαν τώρα, όταν παιδί ακόμη στο Γυμνάσιο ήρθα σε επαφή με το «Άξιον Εστί» του Ελύτη και οι φωτισμένοι μας δάσκαλοι είχαν το κουράγιο να βουτήξουν στους αναβλύζοντες στίχους του. Με τι ζήλο έτρεξα στο μοναδικό τότε βιβλιοπωλείο του νησιού μας και ανακάλυψα το πόνημα του Τάσου Λιγνάδη για το «Άξιον Εστί». Πως η δομή του προσιδίαζε στο μέτρο του Ακάθιστου Ύμνου. Πως τα πεζά του κομμάτια συνταίριαζαν με τις Προφητείες. Πως το Δοξαστικό σήμανε την καμπάνα μιας Ανάστασης. Και αμέσως μετά ήλθε ο Μίκης να μετατρέψει αυτό το αριστούργημα σε μουσική ελεγεία. Ποιο καλύτερο εφόδιο για ένα παιδί που μεγάλωνε στους σκοτεινούς χρόνους της χούντας, για ένα παιδί που σιγοψιθύριζε: «Τα κορίτσια μου πένθος για τους αιώνες έχουν τ’ αγόρια μου ντουφέκια κρατούν μα δεν κατέχουν, που να βρω τη ψυχή μου, το τετράφυλλο δάκρυ».

Είχα όλον αυτό τον καιρό μια απορία. Στους στεγνούς καιρούς που ζούμε τα μουσικά ακούσματα του συρμού, πως είναι δυνατό να μη συγκινούν τους νέους ανθρώπους, να μην παίρνουν δυνάμεις από τα έργα της πολιτιστικής άνοιξης. Μου λένε άλλοι καιροί. Για ποια αντίσταση μιλάς σήμερα, ποιοι κοινωνικοί αγώνες θερμαίνουν τις καρδιές, μήπως ζεις σε άλλη εποχή.

Κι εγώ παραλίγο να το πιστέψω. Τις μέρες που μεσολάβησαν από το θάνατο του Μίκη μέχρι σήμερα πλημμύρισαν τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, μέσα κοινωνικής δικτύωσης με τη μουσική του. Ξεχύθηκε ο απέραντος πλούτος από τα ορατόρια, τα συμφωνικά έργα, μέχρι τα αξεπέραστα λαϊκά τραγούδια. Αντήχησαν ξανά «της αγάπης αίματα» και οι γειτονιές που «μοσχοβολούν βασιλικό κι ασβέστη». Βγήκαν στην επιφάνεια οι θαμμένοι καημοί της «Ρωμιοσύνης» που και σήμερα δεν πρέπει να την κλαις.

Για μένα είναι μια παράξενη επιστροφή. Δεν την ένιωσα σαν μια γλυκιά νοσταλγία ούτε σαν ένα ξύπνημα από μνήμες και συναισθήματα άλλων καιρών. Είναι η Ελλάδα που εμφανίστηκε ξανά και παραλίγο να τη ξεχάσουμε. Με την επιβλητική φιγούρα του Μίκη να ανοίγει τα χέρια του, να πάλλεται ολόκληρος στη σκηνή, σε εκείνη τη μνημειώδη πρώτη συναυλία του «Άξιον Εστί» και την αξεπέραστη δωρική φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση να βγάζει από τα σπλάχνα του την κραυγή: «Της Δικαιοσύνης Ήλιε νοητέ και μυρσίνη εσύ δοξαστική, μη παρακαλώ σας μη λησμονάτε τη χώρα μου».