skip to Main Content

Συνέντευξη στην εφημερίδα «ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ της ΘΡΑΚΗΣ».

Κύριε υπουργέ, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, από υπουργείο που θεωρούνταν «υποβαθμισμένο»-  bass class- την εποχή της φαινομενικής κοινωνικής ευημερίας και του κατακυρίαρχου life style, την εποχή της κρίσης που φωτίζει αρκούντως μεταξύ άλλων και τις παθογένειές μας, εμπεδώνεται βαθμιαία στη συνείδηση του πολίτη, όταν διαπιστώνει το κατάντημά μας, όχι μόνο σε πυλώνα ανάπτυξης και δημιουργίας θέσεων εργασίας αλλά και επιβίωσης, αφού σήμερα συνειδητοποιούμε ότι το 85% των τροφίμων και το 90% των ζωοτροφών εισάγονται στη χώρα. Είναι έτσι τα πράγματα; Μπορούμε ν’ αντιμετωπίζουμε με τον προαναφερθέντα τρόπο τη γεωργία και την κτηνοτροφία ή όλα αυτά είναι υπερβάλλουσες προσδοκίες;

Καταρχήν δεν πιστεύω ότι υπήρξε ποτέ εχέφρων πολιτικός ή πολίτης που θεώρησε ότι η οικονομία μπορεί να επιβιώσει χωρίς τη συμμετοχή του πρωτογενούς τομέα. Από την άλλη πλευρά, η κατάσταση της ελληνικής γεωργίας, τριάντα χρόνια μετά την ένταξη στην ΕΕ, βεβαίως και δεν είναι αυτή που θα θέλαμε και που θα άξιζε στις δυνατότητες του ίδιου του τομέα και των ανθρώπων που τον υπηρετούν.
Αναλαμβάνοντας το Υπουργείο και με βαθειά πεποίθηση στις δυνατότητες αλλά και στην ανάγκη για αλλαγή του παραγωγικού μας μοντέλου, χαράξαμε ένα στρατηγικό σχεδιασμό, με στόχους και χρονοδιάγραμμα: την παραγωγική στροφή της ελληνικής γεωργίας, την ανταγωνιστικότητα, την προσέλκυση των νέων, την ανάδειξη της ποιότητας και της μοναδικότητας των προϊόντων μας. Ένα μοντέλο που ταιριάζει στις δομές της γεωργίας μας.
Θέσαμε επίσης ως προτεραιότητα την οργάνωση της παραγωγικής βάσης και των δομών της αγοράς σαν προϋπόθεση για την επιτυχία αυτού του μοντέλου, ώστε οι αγρότες μας να μπορέσουν να αξιοποιήσουν αποδοτικά την παραγωγή τους. Ενδεικτικά σημειώνω ότι προχωρήσαμε στον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας για την ασφάλιση της παραγωγής, για την έρευνα και την πιστοποίηση των προϊόντων, για τα οργανωτικά σχήματα στον αγροτικό χώρο, συμπεριλαμβανομένων και των συνεταιρισμών, με αγροδιατροφικές συμπράξεις και δημοπρατήρια, με μέτρα για την προώθηση νέων προϊόντων, για την προβολή και την εξωστρέφεια. Λύσαμε χρόνια προβλήματα των κτηνοτρόφων, αποδώσαμε σε νέους γεωργούς γη, που έμενε αχρησιμοποίητη, για να τονώσουμε το παραγωγικό αποτέλεσμα.
Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα μας δικαιώνουν. Οι σημερινές ενδείξεις δείχνουν ότι το πρόγραμμά μας είναι ρεαλιστικό, παρά το δύσκολο οικονομικό περιβάλλον. Χρειάζεται όμως συνέχεια και προσπάθεια από το κράτος καταρχήν αλλά και από τον ίδιο τον αγροτικό κόσμο.  

Η γεωργία και η κτηνοτροφία τόσο κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου όσο και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, και μέχρι τη μεταπολίτευση, όχι μόνο συντέλεσαν στην επιβίωση της φτωχής και καθημαγμένης Ελλάδας, αλλά λειτούργησαν και ως μετερίζια όρθιων και αξιοπρεπών ανθρώπων. Πώς από τους αγρότες που κέρδιζαν τη ζωή τους με τον μόχθο τους και τον ιδρώτα τους, φτάσαμε τελικά στον αγρότη – εισπράκτορα επιδοτήσεων; Ποιος ευθύνεται γι’ αυτήν την τεράστια μεταλλαγή; Η πολιτική και η ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή ένωση, η «πείνα» μας για καλή ζωή, η αντίληψή μας για τους «κουτόφραγκους»; Τι απ’ όλα;

Οι εξελίξεις αφορούν το σύνολο της κοινωνίας και μάλιστα όχι μόνο στην Ελλάδα. Η ένταξη στην τότε ΕΟΚ σηματοδότησε μια νέα εποχή για την ελληνική γεωργία, με προκλήσεις, ευκαιρίες αλλά και κινδύνους. Στα 30 περίπου χρόνια ευρωπαϊκής διαδρομής, υπήρξε διαχρονικά μια επικέντρωση της προσπάθειας στον όγκο των επιδοτήσεων και στην επίσπευση της είσπραξής τους. Και αυτό όχι απολύτως αδικαιολόγητα, αν σκεφθούμε ότι οι κοινοτικοί πόροι αντιπροσωπεύουν το 50% του εισοδήματος των γεωργών και το 70 % της αξίας των επενδύσεών τους.
Υπήρξε όμως ταυτόχρονα ένας αποπροσανατολισμός. Το κυνήγι των επιδοτήσεων χαλάρωσε την αναγκαία παρακολούθηση των παγκόσμιων εξελίξεων και των πραγματικών αναγκών της αγοράς, εκεί όπου έπρεπε να αναζητείται καταρχήν η ανάπτυξη στην ύπαιθρο και το αγροτικό εισόδημα. Ατόνησε έτσι η παραγωγική προσπάθεια και άλλαξε η σύνθεση του παραγωγικού μας ιστού προς προϊόντα υψηλών επιδοτήσεων, ανεξάρτητα της πραγματικής ζήτησης ή της ανάγκης για βιώσιμους τρόπους παραγωγής τους, που σέβονται το περιβάλλον και την κοινωνία.
Ήταν αναπόφευκτοι οι προβληματισμοί που ακολούθησαν στο ευρωπαϊκό επίπεδο και οι ριζικές αλλαγές στην κοινή αγροτική πολιτική, στις οποίες τα αντανακλαστικά της ελληνικής γεωργίας αποδείχτηκαν αδύναμα. Και υπήρξε ελλιπής μακροπρόθεσμος σχεδιασμός και προετοιμασία του αγροτικού χώρου και των δομών του, που θα θωράκιζαν τη βιωσιμότητα της ελληνικής γεωργίας, για να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στην εσωτερική ζήτηση αλλά και σε μια διαρκώς ανταγωνιστικότερη και περισσότερο απαιτητική ευρωπαϊκή και διεθνή αγορά.

Ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ Ευάγγελος Βενιζέλος ανέφερε ότι το νέο εθνικό παραγωγικό μοντέλο θα στηριχθεί «στη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης, αρχής γενομένης από τον πρωτογενή τομέα: γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία». Η επίτευξη αυτού του στόχου
φαντάζει τιτάνια, τόσο γιατί ακουμπά στην αλλαγή συνειδήσεων και νοοτροπιών σχετικά με το επάγγελμα γεωργών – κτηνοτρόφων, όσο και με τη ριζική αναδιάρθρωση του τρόπου λειτουργίας των ίδιων των παραγωγών -όχι μόνον αγρότες αλλά και μεταποιητές και έμποροι και επιχειρηματίες-, που πρέπει επιτακτικά να υιοθετήσουν και στη χώρα μας τις πρακτικές που αρμόζουν στη γεωργία και την κτηνοτροφία του 21ουαι. Το κράτος πόσο έτοιμο είναι να συνδράμει σ’ αυτό, πέρα από την επικύρωση του σχετικού νομοσχεδίου για τις αγροτικές συμπράξεις και τους κλαδικούς συνεταιρισμούς, και θα επιβοηθήσει στη λειτουργία μονάδων μεταποίησης αγροτικών προϊόντων, σύγχρονων δημοπρατηρίων και μικρών αγροτουριστικών μονάδων, ή τελικά οι νέοι αγρότες εκτός του νομικού πλαισίου δεν θα πρέπει ν’ αναμένουν καμία άλλη βοήθεια;

Απαντώντας στο πρώτο σας ερώτημα, αναφέρθηκα ήδη στους βασικούς άξονες της αγροτικής μας πολιτικής: αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, παραγωγική στροφή της ελληνικής γεωργίας, προσέλκυση νέων στην αγροτική οικονομία, ανάδειξη των προϊόντων μας, εξωστρέφεια. Και όπως ανέφερα, τα μέτρα που πήραμε έχουν αρχίσει να αποδίδουν.
Είναι φανερό ότι ένα έργο «τιτάνιο», σύμφωνα με τη δική σας έκφραση, απαιτεί επίπονη και επίμονη προσπάθεια από όλους μας. Ο αγροτικός κόσμος πρέπει να προσαρμοσθεί σε αυστηρές απαιτήσεις, να σέβεται διαρκώς υψηλότερα παραγωγικά πρότυπα που αυξάνουν το κόστος παραγωγής, να αντιμετωπίζει απρόβλεπτους κινδύνους, να παρακολουθεί τις τάσεις των αγορών, να ενημερώνεται στις νέες εξελίξεις, να επενδύει σε νέες τεχνολογίες. Χωρίς την συμμετοχή των ίδιων των γεωργών δεν είναι δυνατό να αλλάξουν τα δεδομένα.
Πρωτίστως όμως το κράτος οφείλει να σχεδιάζει, να καθοδηγεί και να στηρίζει ουσιαστικά αυτή την προσπάθεια. Οφείλουμε να συνεχίσουμε επενδύοντας στην αγροτική οικονομία σαν στυλοβάτη της συνολικής αναπτυξιακής προσπάθειας.
Από τον Οκτώβριο 2010 μέχρι σήμερα πληρώθηκαν 1,7 δις € για την τόνωση των επενδύσεων και μέτρα των προγραμμάτων αγροτικής ανάπτυξης. Στηρίξαμε τους γεωργούς με 7,7 δις  €  για εισοδηματικές ενισχύσεις, πιο έγκαιρα παρά ποτέ, ώστε να αντιμετωπισθούν και τα γενικότερα προβλήματα ρευστότητας. Νομοθετήσαμε τις σχέσεις στην εμπορική διαδικασία των γεωργικών προϊόντων και καταθέσαμε ολοκληρωμένα προγράμματα για την ανάπτυξη του αγροδιατροφικού τομέα σε κάθε περιφέρεια.
Έχουμε δώσει συγκεκριμένα και σαφή δείγματα γραφής. Κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλει ότι θα παραμείνουμε συνεπείς σε ένα έργο, στο οποίο επενδύσαμε και το οποίο απαιτεί η κοινωνία και η οικονομία για τη γεωργία και την κτηνοτροφία του 21ου αι.

Μεταξύ των πολλών και σημαντικών ενεργειών σας στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, αν και στο γενικό καταιγισμό ειδήσεων οικονομικού κυρίως χαρακτήρα, τα θετικά πολύ λίγο ακούγονται και συνειδητοποιούνται, είναι κι αυτές που πιλοτικά το υπουργείο υιοθέτησε παραχωρώντας γη σε νέους ακτήμονες, που θέλουν ν’ ασκήσουν τη γεωργία, επιστρέφοντας στην ελληνική επαρχία. Επαληθεύεται τελικά στο χρόνο ο αριθμός του 1,5 εκατομμυρίου πολιτών που θέλει να επιστρέψει και ν’ ασχοληθεί με τη γη, και το υπουργείο πόσες χιλιάδες στρέμματα μπορεί συνολικά να διαθέσει;

Να θυμίσω ότι η έρευνα έδειξε ότι  το 68 % των ερωτηθέντων, δηλαδή περίπου 1.500.000 άνθρωποι, έχει σκεφθεί να επιστρέψει στην επαρχία, το 19% έχει κάνει ήδη κινήσεις για την επιστροφή του ενώ περίπου το 50% επιλέγει ως πρώτη απασχόληση τον τομέα της αγροτικής παραγωγής. Και  μιλάμε για τις πιο παραγωγικές ηλικίες της ελληνικής κοινωνίας, κυρίως από 29- 40 ετών, με προσόντα και κατάρτιση.
Πρόκειται για ένα θέμα σημαντικό, που έχει σχέση με την ευρύτερη εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας. Η αστυφιλία στις δεκαετίες του ’50 μέχρι το ’80, δίνει τη θέση της σε μια αντίστροφη πορεία. Πριν από μερικά χρόνια το όραμα ενός μέσου Έλληνα βασίζονταν σε καταναλωτικά πρότυπα. Σήμερα ζητά καλύτερες ανθρώπινες σχέσεις, σε μικρότερες κοινωνίες, μεγαλύτερη ασφάλεια και επιστροφή στις ρίζες και στην πραγματική οικονομία. Αυτό το πρότυπο συνδέεται με ότι είπα την πρώτη ημέρα που ανέλαβα καθήκοντα, με την ανάγκη να υπάρξει βιώσιμη ελληνική γεωργία ενόψει του 2020, ένα εθνικό σχέδιο για την αγροτική ανάπτυξη.
Η τάση αυτή, που αποτυπώνεται πέρα από την έρευνα και στην καθημερινή πρακτική, η επιστροφή στην ύπαιθρο, στον παραγωγικό και πολιτιστικό μας πλούτο, επιβεβαιώνει ότι το αναπτυξιακό πρότυπο που δρομολογήσαμε, βασισμένο σε μια εθνική γεωργία των μικρών και μεσαίων αγροτών, στην επίτευξη της διατροφικής ασφάλειας και κυριαρχίας του τόπου, στην ανταγωνιστικότητα και στην εξωστρέφεια, αποτελεί μια αξιόπιστη βάση για τον επαγγελματικό προγραμματισμό των νέων.
Όσο για την πολιτική της απόδοσης των χωραφιών από το Υπ. ΑΑ-Τ, αναρτήθηκαν μέχρι τώρα 2.200 αγροτεμάχια, έχουν υποβληθεί πάνω από 4000 αιτήσεις και η απόδοση στους ενδιαφερόμενους έχει αρχίσει και εξελίσσεται κανονικά.

Η ίδρυση αγροτικού ΕΤΕΑΝ θα αφορά και στη χρηματοδότηση των νέων αυτών αγροτών και των αγροτικών επιχειρήσεών του;

Η ίδρυση και λειτουργία του Ταμείου Δανειοδότησης με την επωνυμία «Ταμείο Αγροτικής Επιχειρηματικότητας», δημιουργεί ένα χρηματοδοτικό εργαλείο, το οποίο μέσω της ΕΤΕΑΝ ΑΕ, θα δίνει λύσεις στα γενικότερα προβλήματα δανειοδότησης, που απειλούν με καθυστερήσεις τα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης και την απορρόφηση των κοινοτικών πόρων.
Η δημόσια χρηματοδότηση του Ταμείου, ύψους 150 εκ. €, εξασφαλίζεται με συγχρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης. Σε συνδυασμό με ιδιωτικά κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων, οι συνολικές  πιστώσεις φθάνουν περίπου τα 450 εκ. €. Υπάρχει έτσι η δυνατότητα για χορήγηση χαμηλότοκων δανείων στους γεωργούς και στους επενδυτές του αγροτικού τομέα, ώστε να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη υλοποίηση των προγραμμάτων για το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι να καταβληθούν τα αντίστοιχα ποσά από το Γεωργικό Ταμείο της ΕΕ.
Γνωρίζετε ότι έχουμε ολοκληρώσει το θεσμικό πλαίσιο και τις διαδικασίες που απαιτούνται για τη λειτουργία του «Ταμείου Αγροτικής Επιχειρηματικότητας». Με την επίλυση των προβλημάτων ρευστότητας στην τραπεζική αγορά, που ήδη δρομολογήθηκε, δεν υπάρχουν πλέον εμπόδια για την ενεργοποίηση του Ταμείου.
Η ρύθμιση αφορά όλους τους δικαιούχους των μέτρων της μεταποίησης, των σχεδίων βελτίωσης, καθώς και τους επενδυτές επιχειρήσεων μικρής κλίμακας, ενισχύοντας την επιχειρηματικότητα και την οικονομική ανάπτυξη σε περιφερειακό επίπεδο. Αφορά βεβαίως και τους νεοεισερχόμενους στο γεωργικό επάγγελμα.

Η κυοφορούμενη νέα κοινή αγροτική πολιτική, τι μέλλεται να φέρει στον αγροτικό κόσμο, όχι μόνον της χώρας μας αλλά και της Ευρώπης, και θα είναι πιο συνετή έναντι των ευρωπαίων παραγωγών εν συνόλω;

Είναι σημαντικό ότι πετύχαμε μέχρι στιγμής να μην υπάρχουν σημαντικές απώλειες επιδοτήσεων για τους γεωργούς, τόσο στην ΕΕ αλλά κυρίως στην Ελλάδα, όπου μέχρι πριν τρία χρόνια όλοι περίμεναν συρρίκνωση των πόρων. Και θα υπάρχουν επίσης μέτρα για τις μειονεκτικές περιοχές, για τους νέους αγρότες, για τις μικρές εκμεταλλεύσεις, για προγράμματα ολοκληρωμένης τοπικής ανάπτυξης, για την αντιμετώπιση των απωλειών στο εισόδημα από φυσικά φαινόμενα ή κινδύνους των αγορών. Τα θέματα αυτά ευνοούν την χώρα μας και τα είχαμε εξ αρχής διεκδικήσει.
Η ΚΑΠ βέβαια έχει δύο πτυχές: παρέχει οφέλη από τη μία πλευρά και δημιουργεί υποχρεώσεις από την άλλη, τόσο για τους γεωργούς όσο και για τα κράτη μέλη. Οι γεωργοί στην Ελλάδα εισπράττουν πάνω από 2,5 δις € το χρόνο κοινοτικές επιδοτήσεις και απολαμβάνουν τα ευρωπαϊκά εχέγγυα για ασφαλή και πιστοποιημένα προϊόντα, που αποκτούν έτσι προστιθέμενη αξία στην ΕΕ και στον κόσμο. Με απαίτηση της κοινωνίας, που επωμίζεται το κόστος της ΚΑΠ, υποχρεώνονται παράλληλα να εφαρμόζουν αυστηρά πρότυπα παραγωγής και υποχρεώσεις περιβαλλοντικές ή ακόμη και γραφειοκρατικές.
Εμείς υποστηρίζουμε ότι χρειαζόμαστε μία ΚΑΠ απλή, κατανοητή και εύκολη στην εφαρμογή της. Επιπλέον προσπαθούμε να μειώσουμε τις υποχρεώσεις των Ελλήνων παραγωγών, που ως επί τον πλείστον εφαρμόζουν γεωργικές πρακτικές φιλικές προς το περιβάλλον. Πιστεύουμε ότι οι τελικές αποφάσεις θα μας δικαιώσουν. Οι γεωργοί έχουν κάνει μέχρι σήμερα σημαντικές προσπάθειες έχοντας προσαρμοστεί σε ανάλογες απαιτήσεις, όπως εξάλλου και ο κρατικός μηχανισμός. Αυτό διαπιστώνουν οι έλεγχοι των υπηρεσιών και της ΕΕ. Μια διαπίστωση που είμαι βέβαιος ότι θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη εξωστρέφεια των προϊόντων μας αλλά και στην ελαχιστοποίηση των προστίμων, που γνωρίζετε καλά ότι αποτελούν αιμορραγία για τη χώρα και τον κρατικό προϋπολογισμό.

Τελικά το ΠαΣοΚ έκανε λάθος που υπέγραψε τα μνημόνια, αφού όλο το προεκλογικό πολιτικό σκηνικό έχει στηθεί στη διαίρεση των πολιτικών δυνάμεων σε μνημονιακές και αντιμνημονιακές, και αισθάνεστε ότι πρόδωσε την ιδεολογία του και γι’ αυτό πρέπει να πληρώσει; Τι προσδοκάτε ως ΠαΣοΚ από τις εκλογές της 6ης Μαΐου; Δικαίωση των επιλογών σας ή «τιμωρία»;

Ο λαός δικαιολογημένα αντιδρά όταν χάνει με τρόπο δραματικό ένα σημαντικό μερίδιο της ευημερίας που εξασφάλισε τα προηγούμενα χρόνια. Και αυτό ασφαλώς έχει επίπτωση στο ΠΑΣΟΚ που πήρε πάνω του τις δύσκολες αποφάσεις και την ευθύνη, όταν ο κ. Καραμανλής και η Ν.Δ. απέδρασαν από την εξουσία αφού είχαν δημιουργήσει το πρόβλημα. Αυτή την αλήθεια θα την κατανοήσει ο λαός μέχρι τις εκλογές. Ή μάλλον θα την ξαναθυμηθεί. Και θα αποδώσει «τα του καίσαρος τω καίσαρι».
Σε ότι αφορά το δεύτερο ερώτημά σας, στόχος μας είναι η νίκη, η πρωτιά στις εκλογές για να κρατήσουμε στα χέρια μας την πρωτοβουλία στις εξελίξεις. Όπως άλλωστε έχει πει και ο Ευάγγελος Βενιζέλος την επόμενη μέρα θα προτείνουμε συνεργασία καταρχήν με όποιες προοδευτικές φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις εκφραστούν στη νέα Βουλή, χωρίς αποκλεισμούς, και στη βάση του προγράμματος μας. Και ασφαλώς θα επιζητήσουμε την ευρύτερη δυνατή πολιτική συναίνεση και συνεργασία. Γιατί το πρόβλημα της χώρας δεν είναι η αυτοδυναμία ενός κόμματος που αυτάρεσκα τη διεκδικεί η Ν.Δ. και, μάλιστα, με αλλεπάλληλες εκλογές αλλά η αυτοδύναμη Ελλάδα. Τα κόμματα ας επιλέξουν τη στάση τους. Εξάλλου, όλοι κρινόμαστε την ώρα της εθνικής ευθύνης. 

This Post Has 0 Comments

Αφήστε μια απάντηση

Back To Top
×Close search
Search